Όσοι από σας τυχαίνει να έχετε διαβάσει το μικρό κείμενό μου, που περιλαμβάνεται στο ωραίο βιβλίο που κυκλοφόρησε με το έργο του Θουκιδίδη Βαλεντή, θα πρέπει να θεωρήσετε όσα θα σας πω σήμερα, ως συμπληρωματικά σχόλια πάνω σε εκείνο. Κι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους.
Ο πρώτος είναι γιατί στα χρόνια που πέρασαν από τότε που έγραψα εκείνο το κείμενο, έχουν συμβεί πολλά γεγονότα, ίσως μικρής σημασίας- καθημερινά-αλλά για μένα σημαντικά, που μου έφεραν στη μνήμη άλλα παλιότερα φωτισμένα όμως τώρα με διαφορετικό φως από εκείνο που είχα συνηθίσει να τα αντιμετωπίζω, αποκαλύπτοντας πλευρές που είχα αποδεχτεί να τις αφήνω στη σκιά.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι θεώρησα πως η απλή επανάληψη απόψε όσων είχα γράψει πρίν κάμποσα χρόνια, δεν θα αντιστοιχούσε στην τιμή που μου γίνεται σήμερα να βρίσκομαι εδώ μαζί σας ανταποκρινόμενος στη πρόσκληση των οργανωτών αυτής της συνάντησης και της ομάδας που έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο που απολαμβάνουμε σήμερα.
Παρ’ όλα αυτά αποφάσισα να επαναλάβω μερικά απ’ όσα έχω γράψει καθώς πιστεύω ότι θα έπρεπε να μην λείψουν από μια βραδιά αφιερωμένη όχι μόνο στον Αρχιτέκτονα αλλά και στον άνθρωπο Βαλεντή.
Θα μου επιτρέψετε λοιπόν απόψε να μιλήσω λίγο περισσότερο προσωπικά απ’ ότι συνηθίζεται επειδή έτυχε να είμαι κάτι περισσότερο από μάρτυρας της ζωής που έζησε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ο Θουκιδίδης Βαλεντής,- ίσως μάλιστα ένα κομμάτι της-, γιατί είμαστε πολλές ώρες μαζί, όταν δεν βρισκόμαστε στις αίθουσες διδασκαλίας. Έτσι η «καθημερινότητά» μας διαμορφωνότανε και ρυθμιζότανε σ’ ένα βαθμό «από κοινού» παρά τη χαώδη διαφορά που ήταν δεδομένη εκείνη την εποχή ανάμεσα σ΄ ένα καθηγητή –όποιας βαθμίδας- και έναν επιμελητή –όπως ήμουν εγώ-, ή βοηθό. Επιτρέψετέ μου λοιπόν, να σας μιλήσω λίγο και για μένα αφού περνούσα ώρες πολλές δίπλα στον Θουκυδίδη Βαλεντή, καθώς ήμουν τόσο κοντά του και ταυτόχρονα τόσο μακριά του.
Τόσο μακριά, όσο η ζωή μάς κρατούσε και μας ξεχώριζε η διαφορά των υποχρεώσεών μας, και τόσο κοντά όσο, όπως εγώ τουλάχιστον πιστεύω, καθώς αισθανόμουν πάντα ότι μου έδειχνε μια εμπιστοσύνη ιδιαίτερη, πράγμα που με τιμούσε εξαιρετικά. Εμπιστοσύνη που την απέδειξε άλλωστε καθώς δέχτηκε όλες τις εισηγήσεις μου, προκειμένου να προσλάβει ως βοηθούς συναδέλφους που σήμερα είναι όλοι και όλες καθηγητές και καθηγήτριες σε κάποια βαθμίδα στην Αρχιτεκτονική σχολή του Ε.Μ.Π. Εμπιστοσύνη που αξιοποιούσα δουλεύοντας σχεδόν με πλήρη αυτονομία στις μεγάλες τάξεις, πάντα ενημερώνοντάς τον, και συζητώντας τις απόψεις του που μου φαινόταν πάντα ιδιαίτερα αυστηρές και σε κάποιο βαθμό παγιωμένες έως «δογματικές».
Όμως, παρακαλώ, μη θεωρήσετε αυτό το χαρακτηρισμό μόνο με την αρνητική του απόχρωση, δεδομένου ότι ο Βαλεντής ήτανε ανοιχτός στο διάλογο, άκουγε, δεχόταν τα επιχειρήματα, τα συζητούσε, έμενε όμως αμετακίνητος, σε ότι αφορούσε τις σπουδές και την διδασκαλία, αμετάπειστος ως το τέλος, υποστηρίζοντας ότι απευθύνεται στο μέσο σπουδαστή, ο οποίος όπως πίστευε έχει ανάγκη από βεβαιότητες.
«Ο ικανός», έλεγε, «θα τις ξεπεράσει, όμως ο μέτριος θα έχει κάπου να στηριχτεί». Αυτή η σιγουριά που έμοιαζε να τον χαρακτηρίζει νομίζω ότι έκρυβε καλά μια εκτίμηση για όλα όσα αναγνώριζε ως άξια λόγου, αλλά που δεν θα τα σχεδίαζε ο ίδιος ποτέ και που ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να διδάξει.
Ίσως τελικά να του ταίριαζε αυτό που γράφει κάπου ο Valery «μια υπέρτατη βεβαιότητα που αναδύονταν από μια υπέρτατη αβεβαιότητα»1.
1
Συναντηθήκαμε με τον Θουκυδίδη Βαλεντή για πρώτη φορά το 1960. Ανθυποσμηναγός εγώ στην Τεχνική Υπηρεσία της Πολεμικής Αεροπορίας. Προϊστάμενος ο Θ. Βαλεντής. Ήταν λίγα χρόνια πριν γίνει Καθηγητής στη Θεσσαλονίκη. Αυστηρός και τελειομανής, αλλά πάντα καλοσυνάτος με τους στρατευμένους αρχιτέκτονες. Όλα τα έργα της αεροπορίας τότε περνούσαν από τα χέρια του, ή από την έγκρισή του. Αμφιθέατρα, εργαστήρια, αίθουσες διδασκαλίας, υπνωτήρια. Οι σμήναρχοι το ήξεραν και ήταν σε κείνον που προσέτρεχαν όταν είχανε κάποιο πρόβλημα να λύσουν. Όλα όσα εκπροσωπούσαν την Τεχνική Υπηρεσία έπρεπε να παρουσιασθούν από εκείνον. Τώρα γιατί άραγε δεν ήταν εκείνος διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας;...
«Ίσως είναι καλύτερα», έλεγε, «λιγότερες φιοριτούρες».
Όταν ήρθε από το Α.Π.Θ στο Ε.Μ.Π. το 1965, εγώ ήμουνα ήδη εκεί από το 1959 έξι χρόνια, ως «άμισθος επιμελητής» και είχα μόλις διοριστεί ως «επιμελητής», αμοιβώμενος αυτή τη φορά.
2
Ο Θουκυδίδης Βαλεντής εξελέγη «έκτακτος» καθηγητής στο Ε.Μ.Π. χωρίς να έχει διδακτορικό, απαραίτητη προυπόθεση τότε σύμφωνα με τον νόμο, καθώς είχε τον τίτλο του καθηγητή από το Α.Π.Θ. όπου τον είχαν ήδη εκλέξει πριν λίγα χρόνια οι ήδη νέοι τότε καθηγητές Αργυρόπουλος, Μουτσόπουλος και Φατούρος.
Μια παρένθεση εδώ για όσους δεν γνωρίζουν:
Για να στελεχωθεί το τμήμα αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. είχε καταργηθεί για κάποια χρόνια η απαίτηση του διδακτορικού για τους καθηγητές των συνθετικών εδρών. Ήταν ένα κόλπο του Υπουργείου Παιδείας που επαναλαμβάνονταν κατά το δοκούν. Έτσι έγιναν τότε καθηγητές ο Φατούρος ο Βαλεντής και ο Καραντινός. Θυμίζω ακόμα ότι εκείνη την εποχή, την προ του νόμου πλαισίου του ΠΑΣΟΚ, για όλες τις βαθμίδες του «επί θητεία» και του έκτακτου που αντιστοιχούν στο σημερινό «επίκουρο» και «αναπληρωτή», ψήφιζαν στο Ε.Μ.Π. όλοι οι τακτικοί καθηγητές του και μόνο, οι οποίοι ήλεγχαν απόλυτα όλες τις βαθμίδες και τις εξελίξεις τους. Αντίθετα η πρόσληψη και η εξέλιξη των επιμελητών και των βοηθών ήταν στη διακριτική πρωτοβουλία του «έκτακτου» ή του «επί θητεία» καθηγητή της έδρας. Κλείνει η παρένθεση.
Ο Βαλεντής λοιπόν εξελέγη έκτακτος καθηγητής στο Ε.Μ.Π. και δεν έγινε τακτικός παρά μόνο τις παραμονές της συνταξιοδότησής του. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν δεν συμφωνούσε με αποφάσεις όπου λόγω βαθμίδας δεν του επιτρεπόταν να ψηφίσει, αυτοσαρκαζόμενος έλεγε: «Εγώ δεν είμαι βλέπεις τακτικός καθηγητής, είμαι άτακτος».
Αυτά για να μην ξεχνάμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάστηκε και εκτιμήθηκε αυτός που τιμούμε σήμερα.
3
Ήταν ένα απόγευμα αργά μετά το μάθημα του Β’ έτους. Τέσσερις ώρες εξοντωτικής προσοχής. Διόρθωση στο πίνακα για όλη την τάξη, με προβολές των σε διαφάνειες φωτοαντιγραφημένων σχεδίων, με τους φοιτητές μπαϊλντισμένους από τις επίμονα επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις να αραιώνουν σιγά σιγά, κι εκείνος να επιμένει ξαναλέγοντας τις ίδιες παρατηρήσεις μέχρι και στην τελευταία ακόμα ομάδα.
Λίγα λεπτά διάλειμμα στο γραφειάκι του πριν φύγουμε. Έρχεται κι ένας καφές.
-Κάτσε λίγο μου λέει, Ξέρεις ότι δεν μου αρέσουν οι θεωρίες, η architecture parlante, αλλά βλέπεις... αν δεν εξηγήσεις πώς θα πείσεις; Πρέπει να είσαι ακριβής κι αυτό γίνεται μόνο με το σκίτσο.
-Δεν πειράζει, του λέω, ίσως έτσι είναι πιο ελεύθεροι οι φοιτητές να προχωρήσουν με ένα δικό τους τρόπο .
-Όχι, όχι μου λέει, δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα για να πάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες. Τώρα πρέπει να μάθουν να σχεδιάζουν το «σωστό».
Δεν αντιμίλησα. Σκεφτόμουν πως ίσως είχε δίκιο. Αλλά ποιο άραγε είναι το σωστό;
Το ίδιο το παιχνίδι της αμφιβολίας προϋποθέτει βεβαιότητα.
Wittgenstein 2
Ο Θ. Βαλεντής απέφευγε να μιλήσει ευθέως για θέματα που δεν είχαν άμεση σχέση με το δοσμένο τυπικό πρόγραμμα και το σχεδιασμό που προέκυπτε από αυτό. Δεν υπογράμμιζε π.χ. τη φθορά του οικογενειακού θεσμού που διαφαίνονταν ήδη από τότε. Δεν επέμενε στην αλλαγή που είχε συντελεστεί με τις ομαδικές τουριστικές μετακινήσεις προς την Ελλάδα που διαβρώνανε συστηματικά το ήθος της τουριστικής ανάπτυξης που καλλιεργούσε εκείνη την εποχή με ιδιαίτερη επιμονή στον Ε.Ο.Τ. ο Άρης Κωσταντινίδης. Όταν δε κάποτε είχαμε θέμα ξενοδοχείου και του πρότεινα να καλέσουμε τον Κωσταντινίδη να μιλήσει στα παιδιά, μου ανέθεσε όλη την ευθύνη των συνεννοήσεων και την οργάνωση της διάλεξης και παρέστη απλά παρουσιάζοντας ευγενικά τον ομιλητή.
Παρ’ όλα αυτά ο τρόπος που οργάνωνε το πρόγραμμα της κατοικίας και η επίμονη προσπάθεια του στις διορθώσεις που έκανε στους φοιτητές για να εγκαταστήσει μια τάξη στις προτάσεις τους, αντικατόπτριζαν την εικόνα μιας κοινωνίας στην οποία ο μικροαστός ή ο εσωτερικός μετανάστης των χρόνων του ’60 έμοιαζε να επιδιώκει με σαφήνεια τυπικές διεκδικήσεις για ένα συμμαζεμένο και καλά οργανωμένο σπίτι για μια οικογένεια «τυπική» –φανταστική για την εποχή-, μια οικογένεια που άρχιζε και τελείωνε με τους γονείς και δύο παιδιά, με ένα χρόνο σταματημένο όπου οι καθημερινές εξελίξεις δεν επηρεάζουν την οργάνωση του χώρου, και όπου δεν διερευνάτε η προσαρμογή στην πιθανή αλλά απρόσμενη φθορά του χρόνου.
Ήταν απαιτητικός δάσκαλος ο Βαλεντής και αν καμιά φορά του έλεγα ότι ζορίζει πολύ τους φοιτητές, η απάντηση ήταν απότομη και ξεκομμένη:
«Εγώ δεν λυπάμαι τον εαυτό μου, γιατί πρέπει να λυπηθώ τους φοιτητές; Τους ζητώ απλά να δουλέψουν όπως δουλεύω κι εγώ».
Οι παρατηρήσεις του στους φοιτητές δεν ήταν απλώς τεκμηριωμένες κριτικά, αλλά συνιστούσαν μια διόρθωση που κατέληγε πάντα στο ΤΙ και στο ΠΩΣ πρέπει να επιλυθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα.
«Δεν με πειράζει να αντιγράψουν τα παιδιά, απλά πρέπει να μάθουν ν’ αντιγράφουν την καλή αρχιτεκτονική και θα έρθει η ώρα που οι ικανοί θα μπορέσουν να αρθρώσουν το δικό τους λόγο».
Πόση αλήθεια αλλά και πόση σκληρότητα ταυτόχρονα κρύβει αυτή η φράση όταν αναφέρεται στο σύνολο μιας τάξης...
Για το λόγο αυτό προσπαθούσε να θωρακίσει τους φοιτητές με στοιχεία βιβλιογραφίας που τους παρείχε αντλώντας τα από περιοδικά τα οποία μοίραζε σε άθλια φωτοαντίγραφα εκείνης της εποχής προκειμένου να τους βοηθήσει να μάθουν την αξία της ενημέρωσης πριν πιάσουν το μολύβι.
Γιατί, όπως είπα και στην αρχή, ήξερε να εκτιμά την καλή Αρχιτεκτονική ανεξάρτητα αν ήταν συμβατή με τις δικές του αρχές. Κι αυτή η ανοιχτόμυαλη αντιμετώπισή αποκαλύπτονταν όταν τον καλούσα να κάνει την τελική κρίση στις τάξεις που είχα εγώ την ευθύνη. Ήταν τότε που ένιωθα πως υπόγεια συμφωνούσαμε, καθώς η τελική κριτική ήταν πάντα συμπληρωματική για όσα επιχειρούσα να συζητήσω και να πείσω τους φοιτητές.
Όχι μόνο συμφωνούσαμε απλά, αλλά τον θυμάμαι σε διπλωματικές εργασίες για τις οποίες μου παραχωρούσε πολλές φορές την απόλυτη ευθύνη, καθώς δεν τα προλάβαινε όλα, και για τις οποίες τον ενημέρωνα συστηματικά στις φάσεις των κρίσιμων αποφάσεων, τον θυμάμαι λοιπόν να δακρύζει από τη συγκίνηση όταν έβρισκε σ’ αυτές κάτι εξαιρετικό, όταν οι φοιτητές μας έπειθαν όλους τους κριτές, που ήταν πάντα καθηγητές, για τη συστηματικότητα, τη μέθοδο και την ανοιχτόμυαλη αντιμετώπιση.
Εκεί, σ΄ αυτές τις κρίσεις έβλεπε κανείς ότι επιβράβευε λύσεις που ήταν τελείως διάφορες με τις παγιωμένες απόψεις που επέμενε να διδάσκει στο β’ έτος, και αισθανόσουν ότι έβλεπε πέρα απ΄ αυτό που συνέπιπτε με τις «αρχές» του. Μπορούσε να εκτιμήσει την προσπάθεια των φοιτητών και εκνευρίζονταν όταν έβλεπε ότι την υπεράσπισή της πρότασής τους αναλάμβαναν οι υπεύθυνοι για αυτές καθηγητές. Πίστευε ότι ο δάσκαλος έπρεπε να παρεμβαίνει σ’ αυτές τις κρίσεις μόνο όταν οι παρατηρήσεις των κριτών στο φοιτητή αναφέρονταν σε κάτι που εκείνος είχε εισηγηθεί και υποστηρίξει. Κι αυτό το έκανε πράξη. Ανελάμβανε πάντα την ευθύνη της άποψής του χωρίς μισόλογα και ψευτοευγένειες. Αντιδράσεις που δεν τον έκαναν ιδιαίτερα συμπαθή, σε πολλούς συναδέλφους του καθώς δεν διαπραγματεύονταν.
Ασυνήθιστο ήθος για πολλούς πανεπιστημιακούς, ήθος που οι φοιτητές όμως εκτιμούσαν ιδιαίτερα.
4
Δεκαετία του ’60. Επιτροπή στο ΤΕΕ. Θέμα το διάταγμα για τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Φεύγαμε τελευταίοι εξουθενωμένοι από την τρίωρη συζήτηση. Στο ασανσέρ οι τρεις μας: εκείνος η Σουζάνα κι εγώ. Έξω κρύο κι αέρας
-Τώρα θα πάμε να σας κεράσω κάτι στον Απότσο (ήταν ακόμα τότε το μαγαζί στη Σταδίου), γιατί είμαι νηστικός από το πρωί. Ακολουθήσαμε αμφιβάλλοντας αν θα ήταν ανοικτά. Όμως προλάβαμε, καθίσαμε –ήταν ακόμα άλλα δυο ζευγάρια εκεί –και παρήγγειλε.
-Σε λίγο κλείνουμε ,προειδοποίησε το γκαρσόνι.
Απτόητος άρχισε να διηγείται προσωπικές ιστορίες. Πόσο αδιαφορούσε για το ντύσιμό του, σε τι δύσκολη θέση τον φέρνουν όταν τον καλούν σε επίσημα δείπνα, και μάλιστα τώρα το χειμώνα που πρέπει να έχεις και καλό παλτό. Και ποιος μπορεί σήμερα να ναυπηγήσει ένα παλτό ,μου λέτε;..
Τα γκαρσόνια μας κοίταζαν ενοχλημένα και τα δύο ζευγάρια σηκώθηκαν να φύγουν. Εκείνος κάλεσε το γκαρσόνι :
-Φτιάξε μας ακόμα ένα σαχανάκι παρακαλώ, και σαν άταχτο πειραχτήρι συνέχισε την ιστορία με λεπτομέρειες.
-Το παλτό μου , το βλέπετε σκέτος κετσές. Πως να πάω έτσι στη δεξίωση; Το παίρνει που λέτε η κυρία Ελένη, πιάνει μια συρματόβουρτσα και σου το κάνει σε λίγα λεπτά μ’ ένα πέλος. Να. Σα καινούργιο.
Έρχεται το σαχανάκι. Τα γκαρσόνια αγριεμένα αρχίζουν να βάζουν τις καρέκλες πάνω στα τραπέζια.
-Δεν φαντάζεστε πόσο μ’ αρέσει να με διώχνουν για να κλείσουν το μαγαζί, μας λέει την ώρα που βγαίναμε απ’ τη πόρτα, ακούγοντας πίσω μας την μουρμούρα των γκαρσονιών.
Μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι ήθελε παρέα. Ότι ήθελε κάποιον για να του πει ιστορίες που τις έλεγε με πολύ κέφι και ειρωνεία για τον εαυτό του πρώτα και για τους άλλους ύστερα.
Μιλούσε με απέραντο σεβασμό για τους δασκάλους του Μοντέρνου κινήματος. Ο Le Corbusier, o Mies van des Rohe, o Gropius, ο Breuer, αλλά και ο Πικιώνης. Κι έδινε στους φοιτητές σε εκείνα τα άθλια πολυγραφημένα χαρτιά, έργα τους για να τα μελετήσουν.
Μου έλεγε ιστορίες από τις επιτροπές που συμμετείχε, επιτροπές σε υπουργεία, σε υπηρεσίες, ή σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, όταν γύριζε από τις τελευταίες συνεδριάσεις ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα, ή όταν γύριζε σκασμένος γιατί δεν τα κατάφερε να προωθήσει τη λύση που πίστευε ότι θα ήταν η καλύτερη. Είχε ένα απίστευτο αίσθημα ευθύνης όταν μετείχε σ’ αυτές τις επιτροπές, που δεν τον άφηνε σε ησυχία, επιμένοντας μέχρι να ολοκληρώσει την αποστολή του και να φέρει το καλλίτερο κατά την γνώμη του αποτέλεσμα. Γι αυτό το λόγο είχε και την απέραντη εκτίμηση των συναδέλφων του που τον εξέλεξαν δύο φορές πρόεδρο του συλλόγου αρχιτεκτόνων.
5
1973. Λίγες μέρες μετά την εξέγερση στη Νομική. Τον καλούν στην Ασφάλεια, Μπουμπουλίνας. Μου ζητά να τον περιμένω να γυρίσει . Η ώρα περνάει. Ανυπομονώ. Επι τέλους ακούω τα βήματα του στο διάδρομο. Έρχεται και σωριάζεται στη πολυθρόνα του γραφείου του. Βαριανασαίνει.
Δεν του μιλώ...περιμένω. Γρήγορα συνέρχεται, ησυχάζει.
-Τι έγινε , τον ρωτώ.
Μου κάνει νόημα να μη μιλώ, ανοίγει τα συρτάρια ένα-ένα και μου δείχνει σαν κάτι να υπάρχει μέσα, ταυτόχρονα με το δάχτυλο, μου κάνει νόημα συνέχεια να μη μιλώ. Μου δείχνει το ταβάνι τα ντουλάπια, τον διπλανό τοίχο ... Τον κοιτάζω σιωπηλός. Μαζεύει τα πράγματά του και επιτέλους ανοίγει το στόμα του.
-Παμε, μου λέει.
Κι όταν πια βγήκαμε έξω και πριν να χωριστούμε μου είπε ότι τον είχε ανακρίνει ο Μπάμπαλης:
-Έχετε κάνει γιάφκα εκεί στο γραφείο σας κύριε καθηγητά, του είπε, Αυτό μας λένε οι συνάδελφοί σας και θα ήθελα να σας προειδοποιήσω... Να προσέχετε!!
-Αυτή είμαστε η πνευματική ηγεσία του τόπου, σχολίασε με αηδία.
Θα τελειώσω με κάτι ασυνήθιστο που ένοιωσα καθώς σημείωνα αυτά τα λίγα και ίσως παράξενα που ήθελα να σας πω σε μια τέτοια βραδιά. Κάτι που αναφέρει ο Goethe: «Όλα τα κοντινά μου απομακρύνονται» γράφει.
Είναι κάτι παρόμοιο που ένοιωσα κι εγώ γράφοντας για τον Θουκυδίδη Βαλεντή, πως όλο και περισσότερο αισθάνομαι ν΄ απομακρύνομαι απ’ αυτόν.
Σα να τον είχα γνωρίσει όταν ήμουν παιδί . Όχι σαν δικό μου δάσκαλο –είχα την τύχη να έχω άλλους- αλλά σαν Δάσκαλο με Δ κεφαλαίο. Με όλα τα χαρακτηριστικά που θα ήθελα να ανταποκρίνονται σ’ αυτόν το ρόλο.
Έντιμο, μειλίχιο. αποφασιστικό, επίμονο, που θα έχει το θάρρος της γνώμης του, και δεν θα διαπραγματεύεται την ψήφο του, με αίσθημα ευθύνης και αξιοκρατίας για όλα όσα συμβαίνουν στο Πανεπιστήμιο και γενικότερα στον τόπο μας, που θα τον απασχολεί το ουσιώδες και δεν θα καλύπτεται από τυπικότητες, και τέλος με πραγματικό και πρωταρχικό ενδιαφέρον πριν απ’ όλα για τους μαθητές του. Τους μαθητές του, που θα ήθελε να τους δει εκτός από καλούς αρχιτέκτονες και ενεργούς πολίτες.
Και σήμερα, σ’ αυτό το χώρο, σκέφτομαι πως έχει ξεπεράσει το φράγμα της απουσίας κι ότι παρίσταται ανάμεσα στα έργα του, ανάμεσά μας με την κοντόχοντρη αγαπητερή φιγούρα του, το κεφάλι του να γέρνει όπως συχνά συνήθιζε λίγο στ’ αριστερά και το καλοσυνάτο του χαμόγελο στο φωτεινό του πρόσωπο.
Έτσι μου μοιάζει σαν να κρύβεται πίσω από τις φωτογραφίες και τα έργα που χτίστηκαν κάτω από την δική του φροντίδα, αργά πριν χρόνια πολλά , με αγωνίες και ξενύχτια, ώρες σιωπής και αυτοσυγκέντρωσης . Κι όλα μαζί τα έργα του γύρω μας, μια γειτονιά, φτιαγμένη με σεβασμό κι αγάπη απ’ τους δικούς του μαθητές που αποδείξανε έτσι πως τον θυμούνται, όχι με λόγια, αλλά σαν γόνιμη ανάμνηση ζωντανή, μνήμη διαρκείας, κατώφλι εκκίνησης.
Τι άλλο θα μπορούσε να ικανοποιήσει περισσότερο έναν απλό κι αφοσιωμένο δάσκαλο;...
Ξεχάστηκα όμως και φλυάρησα...
Συμβαίνει ξέρετε αυτό όταν μιλάμε για τις παλιές αγάπες.
Ελπίζω να μου το συγχωρήσετε.
Σημειώσεις:
1. Paul Valery: Ο κύριος Τεστ, μετάφραση Τ. Πατρίκιος, ΟΛΚΟΣ \ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ, Αθήνα 1995 , σελ. 58
2. Wittgenstein: Στοχασμοί, Στιγμή, Αθηνα, 2007,σελ. 47
No comments:
Post a Comment