Εισήγηση της Σουζάνας Αντωνακάκη από τη συνάντηση στις 16 Φεβρουαρίου 2008 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης από το ΤΕΕ/ΤΑΚ, στο κινηματοθέατρο REX, με θέμα "Παραδοσιακοί Οικισμοί, Υπάρχει Μέλλον;"
Είναι από τα λίγα που μας έχουν απομείνει στις ζοφερές μέρες που διανύει ο πολιτισμός μας: να μιλάμε για πράγματα σχετικά με την «άσκηση» αυτής της γοητευτικής, αλλά και τόσο πολύτροπης και πολύ συχνά οδυνηρής καθημερινής σχέσης μας με την αρχιτεκτονική.
Να μιλάμε, «βλέποντας» ήδη κάποιες κτισμένες ιδέες κατοίκησης και απόλαυσης του χώρου της καθημερινής ζωής με όλο το σεβασμό που οφείλουμε στο νόημα του κατοικείν, επιχειρώντας να ασκήσουμε το βλέμμα μας να εισχωρεί στο βάθος των πραγμάτων και των καταστάσεων, πέρα από τα επιφανειακά και αυτονόητα περιβλήματα της ετοιμοπαράδοτης (prêt α porter) κοινοτοπίας ή της αλαζονικής κενότητας.
Γι αυτό, σε κάθε εγχείρημα μικρής ή μεγάλης κλίμακας που αναλαμβάνουμε, θεωρούμε αναγκαία προϋπόθεση να αντιστεκόμαστε με όλες τις δυνάμεις μας στην ευκολία των στερεοτύπων κατοικίας και κατοίκησης, αναζητώντας την ποίηση στην καθημερινή ζωή, ως αρχιτέκτονες αρμόδιοι, σε ένα βαθμό, για τη διαχείριση του χώρου και του χρόνου των κτισμάτων και των κατοίκων τους.
Είναι πλέον γεγονός ότι, με τον καταιγισμό των εικόνων που εισβάλλουν από παντού και έχουν κατακλύσει το περιβάλλον της καθημερινής μας ζωής, η όραση μας έχει αμβλυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσπερνάμε και να μη βλέπουμε, όπως προφητικά διαπίστωνε ο P.Vallery: οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τόσο αόριστα τις απολαύσεις και τις οδύνες της όρασης. Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης –γράφει- θα πρέπει να αφιερώνει τα δύο τρίτα του χρόνου του προσπαθώντας να δει. Με τη βεβαιότητα ότι η επιφάνεια των ήσυχων νερών είναι οριζόντια, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η θάλασσα είναι ορθή στο βάθος του βλέμματος.
Και καταλήγει:
Πριν από την αφαίρεση και το χτίσιμο υπάρχει η παρατήρηση
P Valery
Η σχέση των οικισμών με το τοπίο και τη φύση, η έκταση, η κλίμαξ, τα όρια τους, η προσαρμογή τους στις ιδιαιτερότητες του εδάφους, είναι από τις διαχρονικές αξίες που οφείλουμε να διαφυλάξουμε.
Ο Christian Noberg Schultz στο Genus loci (Το πνεύμα του τόπου) γράφει:
«Το ελληνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία. Αντί για αχανείς μονότονες εκτάσεις συντίθεται από οροθετημένους χώρους, που μοιάζουν να προορίζονται από πριν για ανθρώπινους οικισμούς. Κοιλάδες και γόνιμες πεδιάδες μικρών διαστάσεων ορίζονται από υψηλά βουνά δύσβατα. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού περιβάλλοντος είναι η προσωπικότητα του τόπου» και αναγνωρίζει στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού τοπίου το διπλό χαρακτήρα της προστασίας και της απειλής.
Από αυτή την απόλυτη προσαρμογή στη γη, προκύπτει η επεξεργασία της κίνησης εντός των οικισμών, στους δρόμους, στις διακλαδώσεις, στις διαπλατύνσεις στις πρώτες χαράξεις πάνω στο χώμα.
Ο J. Derrida γράφει ότι η πρώτη επέμβαση του ανθρώπου πάνω στη γη έγινε με σκοπό να τη μεταμορφώσει, να την κάνει γόνιμη.
Η πρωτόγονη επέμβαση πάνω στο φυσικό τοπίο, γράφει, είναι η πρώτη χάραξη, η πρώτη εγγραφή πάνω στη γη με μία γεωμετρία που αντιστοιχούσε στα πρωτόγονα εργαλεία που είχε ο άνθρωπος στη διάθεσή του.
Η χάραξη αυτή, κατά τον Derida, παραπέμπει στη συνέχεια της βουστροφηδόν γραφής (από αριστερά προς τα δεξιά και συνέχεια από δεξιά προς τα αριστερά) και συνδέει τη γραφή με την οδό και με την ελικοειδή συνεχή διαδρομή του αρότρου πάνω στη γη.
Ίσως γι’ αυτό στο βάθος κάθε κατασκευής, κάθε ‘‘οικοδομήματος’’ να υπάρχει αυτή η πρωτόγονη επιθυμία ‘‘χάραξης’’ πάνω στη γη μιας οδού, η αρχή, η ανέλιξη και η περιέλιξη.
Αυτά ίσως φαίνονται πολύ μακριά από το θέμα που μας απασχολεί σήμερα και από την άμεση ανάγκη να απαντήσουμε σε συγκεκριμένα και κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία αναφέρονται στο μέλλον των οικισμών μας.
Όμως, η επιτακτική ανάγκη διατύπωσης συγκεκριμένων, αλλά και εναλλακτικών προτάσεων μετάβασης από την σημερινή πραγματικότητα της υποβάθμισης των οικισμών σε μια άλλη, που θα εμφυσήσει ζωή στα ερείπια, απαιτεί μια συνολική θεώρηση των προβλημάτων, η οποία ξεπερνάει την κατά τα άλλα αναγκαία αποτύπωση των οικισμών με τις μεθόδους και τα εργαλεία της αρχιτεκτονικής και της τοπογραφίας.
Για τη συνολική θεώρηση των προβλημάτων που μας απασχολούν είναι απαραίτητη η διατύπωση ενός ευέλικτου και πολυσήμαντου προγράμματος, από τα πρώτα στάδια αναγνώρισης των οικισμών για να ιεραρχεί τόσο τις διαδοχικές φάσεις των παρεμβάσεων όσο και την στρατηγική της υλοποίησης τους.
Το πρόγραμμα αυτό -ανοιχτό σε μεταβολές και προσθήκες -θα πρέπει να προκύψει από τη συνεργασία αρμόδιων φορέων και ειδικών επιστημόνων. Ο συντονισμός, όμως, είναι απαραίτητος, ώστε να μη ξεφύγει το εγχείρημα, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις και χαθούν σε ασάφειες οι αρχικοί στόχοι και οι προσδιορισμένες προτεραιότητες.
Θα πρέπει, επίσης, με δεδομένη την αναβλητικότητα και τη γνωστής γραφειοκρατική διάβρωση που ακολουθεί και ακυρώνει συχνά παρόμοια προγράμματα, να υπάρξει το πείσμα και η εμμονή ορισμένων, οι οποίοι θα αναλάβουν προσωπικά το δύσκολο έργο του συντονισμού και της εφαρμογής του εγχειρήματος και ιδιαίτερα, την έγκαιρη κάλυψη της οικονομικής υποστήριξης του.
Δεν είναι καθόλου εύκολη η ουσιαστική συνέχεια της ζωής στα κτίσματα και τα οικιστικά σύνολα του παρελθόντος, τα οποία, ενώ αντιστέκονται σε ένα βαθμό στη φθορά του χρόνου είτε έχουν αδειάσει από κατοίκους είτε χρησιμοποιούνται ως πρόχειρα καταλύματα στερημένα από τη φιλική σχέση και τη μόνιμη φροντίδα των νοικοκυραίων τους, απαραίτητη προϋπόθεση για την οικειοποίηση του χώρου.
Η μετάβαση από μια πραγματικότητα σε μια άλλη, από ένα τρόπο κατοίκησης σε έναν άλλο, θα πρέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να περνάει από το κατώφλι των στοχαστικών προσαρμογών, για να θυμηθούμε τον ποιητή.
Προσαρμογές, όμως, μακριά από τον στενό ιστορικισμό και την επιφανειακή αντιγραφή μορφών, περιβλημάτων και κενών εικόνων.
Ποια είναι, λοιπόν, τα θέματα προς διερεύνηση και τα καίρια ερωτήματα, τα οποία αναφέρονται στους εγκαταλειμμένους οικισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε;
Η αρχιτεκτονική είναι γνωστό ότι έρχεται πάντα να μεταβάλλει, να μεταμορφώσει μια υπάρχουσα κατάσταση, ένα τοπίο, ένα κτισμένο σύνολο, ένα υπάρχον κτήριο. Το θέμα, λοιπόν, που μας απασχολεί σήμερα με μια ευρύτερη θεώρηση, αποτελεί την ίδια τη υπόσταση της αρχιτεκτονικής.
Ο τίτλος της σημερινής ομιλίας μου αναφέρεται στη μετάβαση, λέξη που παραπέμπει στην κίνηση δηλαδή σε μια σχέση χρονική και χωρική ταυτόχρονα.
Η κίνηση στην οποία αναφερόμαστε, δεν αποκλείει την συγκίνηση της επιστροφής σε νοσταλγικές αναμνήσεις τόπων και στιγμών του παρελθόντος, επιχειρεί όμως να προσδώσει στην παράδοση και στο ρήμα ‘‘παραδίδω’’ το νόημα της συνέχειας, δηλαδή της ενεργής διαδοχής μακριά από τη μοιρολατρική και νωθρή ακινησία και την προσκόλληση στα κατεστημένα και αυτονόητα πρότυπα προγραμμάτων και κατοίκησης.
Ο Le Corbusier απευθυνόμενος στους σπουδαστές της αρχιτεκτονικής γράφει (Entretien):
«Ο σεβασμός του παρελθόντος είναι για κάθε δημιουργό η φυσική στάση του παιδιού προς τους γονείς του. Εσείς, όμως, δεν θα πρέπει να συγχέετε το σεβασμό, την αγάπη, το θαυμασμό με την αυθάδεια ενός καλομαθημένου παιδιού αποφασισμένου για τα καλά να αποφύγει κάθε προσωπική προσπάθεια, προτιμώντας να πουλάει στους πελάτες του την δουλειά των προγόνων του».
Α Φαση αποτύπωση _ αναγνώριση
τύπος και αρχέτυπα
Η αποτύπωση των οικισμών με κατόψεις, όψεις, τομές, λεπτομέρειες, καθώς και η συστηματική φωτογράφηση τους, είναι φυσικά το πρώτο απαραίτητο εγχείρημα για την αναγνώριση τους.
Με ποιες προϋποθέσεις, όμως, πραγματοποιείται αυτή η πρώτη απτική και οπτική αναγνώριση των οικισμών και των κτισμάτων που τους συγκροτούν;
Με ποιους τρόπους θα προσεγγίσουμε τις νομοτέλειες της κατασκευής τους, τις διαδοχικές μεταβάσεις από τη μια περιοχή στην άλλη, από τη μια ενότητα στην άλλη, από το ένα επίπεδο στο άλλο, από το ένα κατώφλι στο άλλο.;
Το κατώφλι, με την ανοιχτή ερμηνεία της λέξης, ως πυκνωτής της μετάβασης και ως στοιχείο άρθρωσης, παραλαμβάνει στοιχεία από τις εκατέρωθεν περιοχές και αποτελεί το κύριο συστατικό της σύνθεσης σε όλες τις κλίμακες από την παραμικρή λεπτομέρεια ως την ολοκληρωμένη εμφάνιση του έργου, από τη μονάδα στο σύνολο.
Το κατώφλι παρεμβάλλεται στα διαδοχικά όρια, προσδίδοντας στο έργο τον πλούτο τού διφορούμενου σ’ αυτές τις τόσο οικείες στο Μεσογειακό χώρο ενδιάμεσες περιοχές.
Η αμφισημία, την οποία επισημαίνει ο Πιρ Βινταλ Νακε στην εισαγωγή του βιβλίου για το μύθο του Δαιδάλου εκφράζεται στην αρχιτεκτονική με την ενσάρκωση της δυαδικότητας της κίνησης και της στάσης που πραγματοποιείται μέσα από τα διαδοχικά εμπόδια.
Τα διαδοχικά συμβολικά ή υπαρκτά κατώφλια παραπέμπουν στην πόλη και τον πολιτισμό. Η πόλη αποτελεί το διακύβευμα κάθε παρέμβασης σε μια υπάρχουσα κατάσταση. Η πόλη: αυτό το εξαιρετικά σύνθετο σύμβολο που σύμφωνα με τον Ιtalo Calvino, εκφράζει την ένταση ανάμεσα στη γεωμετρική λογική και το μωσαϊκό των ανθρωπίνων υπάρξεων.
Μέσα από την συνθετική και κριτική ματιά που θα πρέπεί να ακολουθεί την αποτύπωση θα αναγνωρίσουμε την αξία και την ευρηματικότητα της υπολογίας των σπιτιών και των διαδρομών, θα ανακαλύψουμε ότι ο τύπος δεν αποτελεί μια τυφλή επανάληψη και ένα άκαμπτο μοντέλο.
Η στημονική διάταξη του κτισμένου οργανισμού κοσμείται και ολοκληρώνεται με την άνθιση που του προσδίδει η προσαρμογή του τύπου στα εκάστοτε δεδομένα του τόπου (δανείζομαι τον όρο στημονική που παραπέμπει στο άνθος από το κείμενο: Η γλώσσα είναι πατρίδα του Μιχάλη Κοπιδάκη).
Ο τύπος και ο τόπος αποτελούν μια ενότητα αλληλοεξαρτώμενη, αδιάσπαστη και αλληλοπροσδιοριζόμενη.
Ο τύπος, λοιπόν, έτσι όπως εφαρμόζεται σ’ αυτούς τους οικισμούς, παραλαμβάνει άπειρες παραλλαγές, οι οποίες προσδίδουν την ποικιλία στην επανάληψη.
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία της παράβασης του τύπου και την συμβολή της στην σηματοδότηση και την αναγνώριση μιας ενότητας.
Το καίριο αυτό θέμα της παράβασης σε κάθε συνθετική διαδικασία είναι ανοικτό σε παρερμηνείες και παρεξηγήσεις.
Γι αυτό, όμως, θα μιλήσει ο Δημήτρης.
Η παράβαση, σημειώνω απλά εδώ, προϋποθέτει αφομοίωση των κανόνων, αυτό ήταν και το επιχείρημα που αντέταξε κάποτε ο Μπετόβεν στην απορία ενός μουσικού για κάποιες παραβάσεις από τους καθιερωμένους κανόνες της μουσικής που διαπίστωσε σε ένα έργο του.
Η μελέτη των τύπων, των σπιτιών, αλλά και του συνδετικού ιστού τους , οδηγεί στα αρχέτυπα.
Ο G. Bachelard αναφέρεται στο ποιητικό accord των αρχετύπων, εισάγοντας τον μουσικό όρο του accord (συγχορδία η συμπυκνωμένη αρμονία), τονίζοντας ότι η ποίηση είναι μια ‘‘δύναμη σύνθεσης για την ανθρώπινη ύπαρξη’’. Τα αρχέτυπα, γράφει, είναι αποθήκες ενθουσιασμού που μας βοηθούν να πιστέψουμε στον κόσμο, να αγαπήσουμε τον κόσμο, να δημιουργήσουμε το δικό μας κόσμο.
Βλέπει το κάθε αρχέτυπο ως ένα άνοιγμα στον κόσμο, μια πρόσκληση στον κόσμο.
Αυτή είναι και η πρόκληση των οικισμών της Ελλάδας. Να δώσουμε μια νέα ζωή σ’ αυτόν τον κάλυκα της κατοίκησης: το σπίτι, και να ζητήσουμε, πέρα από τις γεωμετρικές νομοτέλειες, εκείνο το αεράκι της ποίησης που δεν περιγράφεται με λόγια.
Σ αυτά τα αρχέτυπα αναζητήσουμε κι εμείς, από τα πρώτα σπουδαστικά μας χρόνια, τις αξίες που μας παρηγορούν και μας στηρίζουν στο μακροχρόνιο αρχιτεκτονικό μας βίο.
Ο Δημήτρης στην Ύδρα μελέτησε την τυπολογία και την επεξεργασία της κίνησης στον οικισμό της Ύδρας: δρόμους, πλατώματα, πλατείες, αυλές, σχέση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου κι εγώ, αποτυπώνοντας επιλεγμένα σπίτια της Μακρινίτσας στο Πήλιο, διερεύνησα την πλοκή και την προσαρμοστικότητα των τύπων στον τόπο, προτείνοντας μια τυπολογική κατάταξη τους.
Μετρήσαμε. Περπατήσαμε, είδαμε, αναγνωρίσαμε, επιχειρήσαμε να αναζητήσουμε τις σταθερές και διαχρονικές αξίες, να δούμε τι κρύβεται πίσω από τους τύπους διαδρομών και κτισμάτων και να εκτιμήσουμε την προσαρμοστική τους ικανότητα στις ιδιαιτερότητες του εδάφους και του τοπίου.
Από τις πρώτες αυτές γνωριμίες μάς προέκυψε ένα υλικό που μας έχει σημαδέψει σε όλο τον αρχιτεκτονικό μας βίο.
Αργότερα, στα χρόνια του ’70, σε μια ανάθεση αναγνώρισης των οικισμών των Κυκλάδων, εμείς και όλοι μαζί, οι φίλοι από το εργαστήριο 66 με το κέφι της ομαδικής δουλειάς -ευλογία της αρχιτεκτονικής κοινότητας- ζήσαμε μοναδικές εμπειρίες: δρόμους, αυλές, κατώφλια, παράθυρα που υποδέχονται το βουνό ή τη θάλασσα, αντικρίζουν τη φύση ή τον ουρανό, μνήμες μοναδικές τόπων και τοπίων, είδαμε εγκαταλειμμένες κατοικίες με νωπά τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας, ερείπια άδεια, ανθρώπους μοναχικούς περιπλανώμενους στους σιωπηλούς οικισμούς, αλλά και ζωντανές κοινότητες.
Ένας από αυτούς τους οικισμούς εγκαταλειμμένος από τότε τα Μοναστήρια της Τήνου. Το καλοκαίρι του 2006 ο Κ. Τσόκλης με αρχιτέκτονα τον Γ. Τριανταφύλλου και μουσικό τον Νίκο Ξυδάκη πραγματοποίησε εκεί μια ευρηματική εικαστική παρέμβαση με τίτλο «Αντανακλάσεις». Πενθώ, γράφει ο Τσόκλης στην εισαγωγή του καταλόγου της έκθεσης, γιατί ξέρω ότι ελπίδες σωτηρίας δεν υπάρχουν, καθώς θυσιάζεται το ταπεινό χτες στο βωμό του αμφίβολου σήμερα.
Όμως, πέρα από την προσωπική πολύτιμη γνωριμία μας μ’ αυτές τις πραγματικότητες, τις φορτισμένες από τα ίχνη ή την παρουσία της ζωής, πέρα από την αρχειοθέτηση τους με τα μέσα εκείνης της εποχής με τις καρτέλες, τα συνοπτικά σχόλια και τους λακωνικούς χαρακτηρισμούς, σε τι έχει συμβάλλει αυτή η δουλειά, αφού ουσιαστικά δεν μετακινήθηκε από τον φοριαμό του γραφείου μας, ούτε χρησίμευσε ουσιαστικά, παρά μόνο ως αρχειακό υλικό σε κάποιες εργασίες φοιτητών;
Μια άλλη προσπάθεια έγινε αργότερα το 1978, εδώ στην Κρήτη, με τη στήριξη της Ορθόδοξης Ακαδημίας και του Στέλιου Παπαδερού. Ομάδες σπουδαστών και διδασκόντων από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ξεχύθηκαν στο Κολυμπάρι και διερεύνησαν με την εποπτεία καθηγητών και συναδέλφων, όχι μόνο τη δομή του οικισμού και των σπιτιών, αλλά και τις σχέσεις του κτισμένου περιβάλλοντος με τους κατοίκους της κοινότητας, οι οποίοι συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό το πρόγραμμα. Τι έμεινε απ’ αυτό το εγχείρημα;
Στα χρόνια του ’80, πάλι στην Κρήτη, με ανανεωμένες δυνάμεις και πλεονάζουσα αισιοδοξία, αναλάβομε από το Υφυπουργείο Νέας Γενιάς μαζί με την Γιώργο Τριανταφύλλου την υπευθυνότητα για την έρευνα και το σχεδιασμό προτάσεων αναβίωσης του παραδοσιακού οικισμού των Κάτω Τζινεβριανών, στην περιοχή Νοχιά της Δυτικής Κρήτης, κοντά στο Κολυμπάρι.
Δουλέψαμε με κέφι και ενθουσιασμό για το πρόγραμμα του αγροτουρισμού, με μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων. Επρόκειτο για ένα συνολικό πρόγραμμα με αντικείμενο τις οικονομικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες νεων, με σκοπό την κάλυψη της ανάγκης για μια άλλη πολιτική ανάπτυξης και αξιοποίησης των δυνατοτήτων του συνόλού του ελληνικού χώρου και ιδιαίτερα της περιφέρειας.
Φιλόδοξη προοπτική και ενδιαφέρουσα εμπειρία. Φτάσαμε σε προτάσεις ανάπλασης συνόλων και διερεύνηση οικονομικών και άλλων δυνατοτήτων εφαρμογής τους. Έλειψε λίγο ή πολύ η βούληση της πραγματοποίησης,
-εγχείρημα δύσκολο, αλλά πώς αλλιώς θα γίνει ορατή η διαδοχή, η μετάβαση, αν δεν δρασκελίσεις αυτά τα διαδοχικά κατώφλια με όλα τα ρίσκα και τις αναγκαστικές προσαρμογές που συνεπάγεται αυτή η μετάβαση;
Τι έμεινε από αυτό; Ένα τεύχος, κάποια σχέδια και οι τηλεοπτικές εμφανίσεις ορισμένων πολιτικών παραγόντων του προγράμματος.
Δεν είναι σωστό να ρίχνω ένα πέπλο απαισιοδοξίας ούτε να υποβαθμίσω τη σημασία της έρευνας, αλλά να επισημάνω τις δυσκολίες της μετάβασης από τη μια φάση στην άλλη.
Ίσως αυτές και άλλες αντίστοιχες εμπειρίες βοηθήσουν στο έργο της αντιμετώπισης των εγκαταλειμμένων οικισμών της Ανατολικής Κρήτης.
Από την προκαταρκτική φάση αντλούμε ανάλογα με τον τρόπο προσέγγισης των κτισμάτων και των οικισμών πολύτιμο υλικό και μοναδικές εμπειρίες για την δική μας αρχιτεκτονική του παρόντος, αλλά και για τη γόνιμη χρησιμοποίηση του συγκεντρωμένου υλικού στις προτάσεις που θα προκύψουν και στα προγράμματα που θα διατυπωθούν.
Όμως, χρειάζονται και άλλες δυνάμεις, αυτές που οδήγησαν και στήριξαν πάντα μια αρχιτεκτονική που προσβλέπει στο μέλλον και μεταμορφώνει το παρελθόν, προσαρμοσμένη στα δεδομένα του παρόντος, έτσι ώστε οι προτάσεις και τα σχέδια να συγκρατούν τη ζωή και να απευθύνονται στην ανθρώπινη κοινότητα.
Μια αρχιτεκτονική που εμψυχώνει τους κατοίκους γι’ αυτό που κάθε κατοίκηση θα πρέπει να είναι στο βάθος της ύπαρξης της, όχι όπως έγραψε ο ποιητής μια άγκυρα για να επαναπαύεσαι στη νωθρότητα της σταθερής ακινησίας, αλλά ένα κατάρτι που προκαλεί για ταξίδια στις ανοιχτές θάλασσες της ποίησης.
Σουζάνα Αντωνακάκη
16-02-2008