Tuesday, February 19, 2008

Κατώφλια Χώρου & Χρόνου, Μετάβαση και Διαδοχή

Εισήγηση της Σουζάνας Αντωνακάκη από τη συνάντηση στις 16 Φεβρουαρίου 2008 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης από το ΤΕΕ/ΤΑΚ, στο κινηματοθέατρο REX, με θέμα "Παραδοσιακοί Οικισμοί, Υπάρχει Μέλλον;"


Αρχίζοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω το τμήμα του ΤΕΕ της Ανατολικής Κρήτης και όλους όσους είχαν την πρωτοβουλία για την οργάνωση της σημερινής συνάντησης, ιδιαίτερα τον φίλο μας Οδυσσέα Σγουρό που είναι τόσο αφιερωμένος στα προβλήματα της συλλογικής σκέψης και δράσης και πάντα παρών σε κάθε εκδήλωση που ευαισθητοποιεί και κινητοποιεί την αρχιτεκτονική κοινότητα.

Είναι από τα λίγα που μας έχουν απομείνει στις ζοφερές μέρες που διανύει ο πολιτισμός μας: να μιλάμε για πράγματα σχετικά με την «άσκηση» αυτής της γοητευτικής, αλλά και τόσο πολύτροπης και πολύ συχνά οδυνηρής καθημερινής σχέσης μας με την αρχιτεκτονική.

Να μιλάμε, «βλέποντας» ήδη κάποιες κτισμένες ιδέες κατοίκησης και απόλαυσης του χώρου της καθημερινής ζωής με όλο το σεβασμό που οφείλουμε στο νόημα του κατοικείν, επιχειρώντας να ασκήσουμε το βλέμμα μας να εισχωρεί στο βάθος των πραγμάτων και των καταστάσεων, πέρα από τα επιφανειακά και αυτονόητα περιβλήματα της ετοιμοπαράδοτης (prêt α porter) κοινοτοπίας ή της αλαζονικής κενότητας.

Γι αυτό, σε κάθε εγχείρημα μικρής ή μεγάλης κλίμακας που αναλαμβάνουμε, θεωρούμε αναγκαία προϋπόθεση να αντιστεκόμαστε με όλες τις δυνάμεις μας στην ευκολία των στερεοτύπων κατοικίας και κατοίκησης, αναζητώντας την ποίηση στην καθημερινή ζωή, ως αρχιτέκτονες αρμόδιοι, σε ένα βαθμό, για τη διαχείριση του χώρου και του χρόνου των κτισμάτων και των κατοίκων τους.

Είναι πλέον γεγονός ότι, με τον καταιγισμό των εικόνων που εισβάλλουν από παντού και έχουν κατακλύσει το περιβάλλον της καθημερινής μας ζωής, η όραση μας έχει αμβλυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να προσπερνάμε και να μη βλέπουμε, όπως προφητικά διαπίστωνε ο P.Vallery: οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν τόσο αόριστα τις απολαύσεις και τις οδύνες της όρασης. Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης –γράφει- θα πρέπει να αφιερώνει τα δύο τρίτα του χρόνου του προσπαθώντας να δει. Με τη βεβαιότητα ότι η επιφάνεια των ήσυχων νερών είναι οριζόντια, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η θάλασσα είναι ορθή στο βάθος του βλέμματος.

Και καταλήγει:

Πριν από την αφαίρεση και το χτίσιμο υπάρχει η παρατήρηση

P Valery

Η σχέση των οικισμών με το τοπίο και τη φύση, η έκταση, η κλίμαξ, τα όρια τους, η προσαρμογή τους στις ιδιαιτερότητες του εδάφους, είναι από τις διαχρονικές αξίες που οφείλουμε να διαφυλάξουμε.

Ο Christian Noberg Schultz στο Genus loci (Το πνεύμα του τόπου) γράφει:

«Το ελληνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία. Αντί για αχανείς μονότονες εκτάσεις συντίθεται από οροθετημένους χώρους, που μοιάζουν να προορίζονται από πριν για ανθρώπινους οικισμούς. Κοιλάδες και γόνιμες πεδιάδες μικρών διαστάσεων ορίζονται από υψηλά βουνά δύσβατα. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού περιβάλλοντος είναι η προσωπικότητα του τόπου» και αναγνωρίζει στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού τοπίου το διπλό χαρακτήρα της προστασίας και της απειλής.

Από αυτή την απόλυτη προσαρμογή στη γη, προκύπτει η επεξεργασία της κίνησης εντός των οικισμών, στους δρόμους, στις διακλαδώσεις, στις διαπλατύνσεις στις πρώτες χαράξεις πάνω στο χώμα.

Ο J. Derrida γράφει ότι η πρώτη επέμβαση του ανθρώπου πάνω στη γη έγινε με σκοπό να τη μεταμορφώσει, να την κάνει γόνιμη.

Η πρωτόγονη επέμβαση πάνω στο φυσικό τοπίο, γράφει, είναι η πρώτη χάραξη, η πρώτη εγγραφή πάνω στη γη με μία γεωμετρία που αντιστοιχούσε στα πρωτόγονα εργαλεία που είχε ο άνθρωπος στη διάθεσή του.

Η χάραξη αυτή, κατά τον Derida, παραπέμπει στη συνέχεια της βουστροφηδόν γραφής (από αριστερά προς τα δεξιά και συνέχεια από δεξιά προς τα αριστερά) και συνδέει τη γραφή με την οδό και με την ελικοειδή συνεχή διαδρομή του αρότρου πάνω στη γη.

Ίσως γι’ αυτό στο βάθος κάθε κατασκευής, κάθε ‘‘οικοδομήματος’’ να υπάρχει αυτή η πρωτόγονη επιθυμία ‘‘χάραξης’’ πάνω στη γη μιας οδού, η αρχή, η ανέλιξη και η περιέλιξη.

Αυτά ίσως φαίνονται πολύ μακριά από το θέμα που μας απασχολεί σήμερα και από την άμεση ανάγκη να απαντήσουμε σε συγκεκριμένα και κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία αναφέρονται στο μέλλον των οικισμών μας.

Όμως, η επιτακτική ανάγκη διατύπωσης συγκεκριμένων, αλλά και εναλλακτικών προτάσεων μετάβασης από την σημερινή πραγματικότητα της υποβάθμισης των οικισμών σε μια άλλη, που θα εμφυσήσει ζωή στα ερείπια, απαιτεί μια συνολική θεώρηση των προβλημάτων, η οποία ξεπερνάει την κατά τα άλλα αναγκαία αποτύπωση των οικισμών με τις μεθόδους και τα εργαλεία της αρχιτεκτονικής και της τοπογραφίας.

Για τη συνολική θεώρηση των προβλημάτων που μας απασχολούν είναι απαραίτητη η διατύπωση ενός ευέλικτου και πολυσήμαντου προγράμματος, από τα πρώτα στάδια αναγνώρισης των οικισμών για να ιεραρχεί τόσο τις διαδοχικές φάσεις των παρεμβάσεων όσο και την στρατηγική της υλοποίησης τους.

Το πρόγραμμα αυτό -ανοιχτό σε μεταβολές και προσθήκες -θα πρέπει να προκύψει από τη συνεργασία αρμόδιων φορέων και ειδικών επιστημόνων. Ο συντονισμός, όμως, είναι απαραίτητος, ώστε να μη ξεφύγει το εγχείρημα, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις και χαθούν σε ασάφειες οι αρχικοί στόχοι και οι προσδιορισμένες προτεραιότητες.

Θα πρέπει, επίσης, με δεδομένη την αναβλητικότητα και τη γνωστής γραφειοκρατική διάβρωση που ακολουθεί και ακυρώνει συχνά παρόμοια προγράμματα, να υπάρξει το πείσμα και η εμμονή ορισμένων, οι οποίοι θα αναλάβουν προσωπικά το δύσκολο έργο του συντονισμού και της εφαρμογής του εγχειρήματος και ιδιαίτερα, την έγκαιρη κάλυψη της οικονομικής υποστήριξης του.

Δεν είναι καθόλου εύκολη η ουσιαστική συνέχεια της ζωής στα κτίσματα και τα οικιστικά σύνολα του παρελθόντος, τα οποία, ενώ αντιστέκονται σε ένα βαθμό στη φθορά του χρόνου είτε έχουν αδειάσει από κατοίκους είτε χρησιμοποιούνται ως πρόχειρα καταλύματα στερημένα από τη φιλική σχέση και τη μόνιμη φροντίδα των νοικοκυραίων τους, απαραίτητη προϋπόθεση για την οικειοποίηση του χώρου.

Η μετάβαση από μια πραγματικότητα σε μια άλλη, από ένα τρόπο κατοίκησης σε έναν άλλο, θα πρέπει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να περνάει από το κατώφλι των στοχαστικών προσαρμογών, για να θυμηθούμε τον ποιητή.

Προσαρμογές, όμως, μακριά από τον στενό ιστορικισμό και την επιφανειακή αντιγραφή μορφών, περιβλημάτων και κενών εικόνων.

Ποια είναι, λοιπόν, τα θέματα προς διερεύνηση και τα καίρια ερωτήματα, τα οποία αναφέρονται στους εγκαταλειμμένους οικισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε;

Η αρχιτεκτονική είναι γνωστό ότι έρχεται πάντα να μεταβάλλει, να μεταμορφώσει μια υπάρχουσα κατάσταση, ένα τοπίο, ένα κτισμένο σύνολο, ένα υπάρχον κτήριο. Το θέμα, λοιπόν, που μας απασχολεί σήμερα με μια ευρύτερη θεώρηση, αποτελεί την ίδια τη υπόσταση της αρχιτεκτονικής.

Ο τίτλος της σημερινής ομιλίας μου αναφέρεται στη μετάβαση, λέξη που παραπέμπει στην κίνηση δηλαδή σε μια σχέση χρονική και χωρική ταυτόχρονα.

Η κίνηση στην οποία αναφερόμαστε, δεν αποκλείει την συγκίνηση της επιστροφής σε νοσταλγικές αναμνήσεις τόπων και στιγμών του παρελθόντος, επιχειρεί όμως να προσδώσει στην παράδοση και στο ρήμα ‘‘παραδίδω’’ το νόημα της συνέχειας, δηλαδή της ενεργής διαδοχής μακριά από τη μοιρολατρική και νωθρή ακινησία και την προσκόλληση στα κατεστημένα και αυτονόητα πρότυπα προγραμμάτων και κατοίκησης.

Ο Le Corbusier απευθυνόμενος στους σπουδαστές της αρχιτεκτονικής γράφει (Entretien):

«Ο σεβασμός του παρελθόντος είναι για κάθε δημιουργό η φυσική στάση του παιδιού προς τους γονείς του. Εσείς, όμως, δεν θα πρέπει να συγχέετε το σεβασμό, την αγάπη, το θαυμασμό με την αυθάδεια ενός καλομαθημένου παιδιού αποφασισμένου για τα καλά να αποφύγει κάθε προσωπική προσπάθεια, προτιμώντας να πουλάει στους πελάτες του την δουλειά των προγόνων του».

Α Φαση αποτύπωση _ αναγνώριση

τύπος και αρχέτυπα

Η αποτύπωση των οικισμών με κατόψεις, όψεις, τομές, λεπτομέρειες, καθώς και η συστηματική φωτογράφηση τους, είναι φυσικά το πρώτο απαραίτητο εγχείρημα για την αναγνώριση τους.

Με ποιες προϋποθέσεις, όμως, πραγματοποιείται αυτή η πρώτη απτική και οπτική αναγνώριση των οικισμών και των κτισμάτων που τους συγκροτούν;

Με ποιους τρόπους θα προσεγγίσουμε τις νομοτέλειες της κατασκευής τους, τις διαδοχικές μεταβάσεις από τη μια περιοχή στην άλλη, από τη μια ενότητα στην άλλη, από το ένα επίπεδο στο άλλο, από το ένα κατώφλι στο άλλο.;

Το κατώφλι, με την ανοιχτή ερμηνεία της λέξης, ως πυκνωτής της μετάβασης και ως στοιχείο άρθρωσης, παραλαμβάνει στοιχεία από τις εκατέρωθεν περιοχές και αποτελεί το κύριο συστατικό της σύνθεσης σε όλες τις κλίμακες από την παραμικρή λεπτομέρεια ως την ολοκληρωμένη εμφάνιση του έργου, από τη μονάδα στο σύνολο.

Το κατώφλι παρεμβάλλεται στα διαδοχικά όρια, προσδίδοντας στο έργο τον πλούτο τού διφορούμενου σ’ αυτές τις τόσο οικείες στο Μεσογειακό χώρο ενδιάμεσες περιοχές.

Η αμφισημία, την οποία επισημαίνει ο Πιρ Βινταλ Νακε στην εισαγωγή του βιβλίου για το μύθο του Δαιδάλου εκφράζεται στην αρχιτεκτονική με την ενσάρκωση της δυαδικότητας της κίνησης και της στάσης που πραγματοποιείται μέσα από τα διαδοχικά εμπόδια.

Τα διαδοχικά συμβολικά ή υπαρκτά κατώφλια παραπέμπουν στην πόλη και τον πολιτισμό. Η πόλη αποτελεί το διακύβευμα κάθε παρέμβασης σε μια υπάρχουσα κατάσταση. Η πόλη: αυτό το εξαιρετικά σύνθετο σύμβολο που σύμφωνα με τον Ιtalo Calvino, εκφράζει την ένταση ανάμεσα στη γεωμετρική λογική και το μωσαϊκό των ανθρωπίνων υπάρξεων.

Μέσα από την συνθετική και κριτική ματιά που θα πρέπεί να ακολουθεί την αποτύπωση θα αναγνωρίσουμε την αξία και την ευρηματικότητα της υπολογίας των σπιτιών και των διαδρομών, θα ανακαλύψουμε ότι ο τύπος δεν αποτελεί μια τυφλή επανάληψη και ένα άκαμπτο μοντέλο.

Η στημονική διάταξη του κτισμένου οργανισμού κοσμείται και ολοκληρώνεται με την άνθιση που του προσδίδει η προσαρμογή του τύπου στα εκάστοτε δεδομένα του τόπου (δανείζομαι τον όρο στημονική που παραπέμπει στο άνθος από το κείμενο: Η γλώσσα είναι πατρίδα του Μιχάλη Κοπιδάκη).

Ο τύπος και ο τόπος αποτελούν μια ενότητα αλληλοεξαρτώμενη, αδιάσπαστη και αλληλοπροσδιοριζόμενη.

Ο τύπος, λοιπόν, έτσι όπως εφαρμόζεται σ’ αυτούς τους οικισμούς, παραλαμβάνει άπειρες παραλλαγές, οι οποίες προσδίδουν την ποικιλία στην επανάληψη.

Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία της παράβασης του τύπου και την συμβολή της στην σηματοδότηση και την αναγνώριση μιας ενότητας.

Το καίριο αυτό θέμα της παράβασης σε κάθε συνθετική διαδικασία είναι ανοικτό σε παρερμηνείες και παρεξηγήσεις.

Γι αυτό, όμως, θα μιλήσει ο Δημήτρης.

Η παράβαση, σημειώνω απλά εδώ, προϋποθέτει αφομοίωση των κανόνων, αυτό ήταν και το επιχείρημα που αντέταξε κάποτε ο Μπετόβεν στην απορία ενός μουσικού για κάποιες παραβάσεις από τους καθιερωμένους κανόνες της μουσικής που διαπίστωσε σε ένα έργο του.

Η μελέτη των τύπων, των σπιτιών, αλλά και του συνδετικού ιστού τους , οδηγεί στα αρχέτυπα.

Ο G. Bachelard αναφέρεται στο ποιητικό accord των αρχετύπων, εισάγοντας τον μουσικό όρο του accord (συγχορδία η συμπυκνωμένη αρμονία), τονίζοντας ότι η ποίηση είναι μια ‘‘δύναμη σύνθεσης για την ανθρώπινη ύπαρξη’’. Τα αρχέτυπα, γράφει, είναι αποθήκες ενθουσιασμού που μας βοηθούν να πιστέψουμε στον κόσμο, να αγαπήσουμε τον κόσμο, να δημιουργήσουμε το δικό μας κόσμο.

Βλέπει το κάθε αρχέτυπο ως ένα άνοιγμα στον κόσμο, μια πρόσκληση στον κόσμο.

Αυτή είναι και η πρόκληση των οικισμών της Ελλάδας. Να δώσουμε μια νέα ζωή σ’ αυτόν τον κάλυκα της κατοίκησης: το σπίτι, και να ζητήσουμε, πέρα από τις γεωμετρικές νομοτέλειες, εκείνο το αεράκι της ποίησης που δεν περιγράφεται με λόγια.

Σ αυτά τα αρχέτυπα αναζητήσουμε κι εμείς, από τα πρώτα σπουδαστικά μας χρόνια, τις αξίες που μας παρηγορούν και μας στηρίζουν στο μακροχρόνιο αρχιτεκτονικό μας βίο.

Ο Δημήτρης στην Ύδρα μελέτησε την τυπολογία και την επεξεργασία της κίνησης στον οικισμό της Ύδρας: δρόμους, πλατώματα, πλατείες, αυλές, σχέση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου κι εγώ, αποτυπώνοντας επιλεγμένα σπίτια της Μακρινίτσας στο Πήλιο, διερεύνησα την πλοκή και την προσαρμοστικότητα των τύπων στον τόπο, προτείνοντας μια τυπολογική κατάταξη τους.

Μετρήσαμε. Περπατήσαμε, είδαμε, αναγνωρίσαμε, επιχειρήσαμε να αναζητήσουμε τις σταθερές και διαχρονικές αξίες, να δούμε τι κρύβεται πίσω από τους τύπους διαδρομών και κτισμάτων και να εκτιμήσουμε την προσαρμοστική τους ικανότητα στις ιδιαιτερότητες του εδάφους και του τοπίου.

Από τις πρώτες αυτές γνωριμίες μάς προέκυψε ένα υλικό που μας έχει σημαδέψει σε όλο τον αρχιτεκτονικό μας βίο.

Αργότερα, στα χρόνια του ’70, σε μια ανάθεση αναγνώρισης των οικισμών των Κυκλάδων, εμείς και όλοι μαζί, οι φίλοι από το εργαστήριο 66 με το κέφι της ομαδικής δουλειάς -ευλογία της αρχιτεκτονικής κοινότητας- ζήσαμε μοναδικές εμπειρίες: δρόμους, αυλές, κατώφλια, παράθυρα που υποδέχονται το βουνό ή τη θάλασσα, αντικρίζουν τη φύση ή τον ουρανό, μνήμες μοναδικές τόπων και τοπίων, είδαμε εγκαταλειμμένες κατοικίες με νωπά τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας, ερείπια άδεια, ανθρώπους μοναχικούς περιπλανώμενους στους σιωπηλούς οικισμούς, αλλά και ζωντανές κοινότητες.

Ένας από αυτούς τους οικισμούς εγκαταλειμμένος από τότε τα Μοναστήρια της Τήνου. Το καλοκαίρι του 2006 ο Κ. Τσόκλης με αρχιτέκτονα τον Γ. Τριανταφύλλου και μουσικό τον Νίκο Ξυδάκη πραγματοποίησε εκεί μια ευρηματική εικαστική παρέμβαση με τίτλο «Αντανακλάσεις». Πενθώ, γράφει ο Τσόκλης στην εισαγωγή του καταλόγου της έκθεσης, γιατί ξέρω ότι ελπίδες σωτηρίας δεν υπάρχουν, καθώς θυσιάζεται το ταπεινό χτες στο βωμό του αμφίβολου σήμερα.

Όμως, πέρα από την προσωπική πολύτιμη γνωριμία μας μ’ αυτές τις πραγματικότητες, τις φορτισμένες από τα ίχνη ή την παρουσία της ζωής, πέρα από την αρχειοθέτηση τους με τα μέσα εκείνης της εποχής με τις καρτέλες, τα συνοπτικά σχόλια και τους λακωνικούς χαρακτηρισμούς, σε τι έχει συμβάλλει αυτή η δουλειά, αφού ουσιαστικά δεν μετακινήθηκε από τον φοριαμό του γραφείου μας, ούτε χρησίμευσε ουσιαστικά, παρά μόνο ως αρχειακό υλικό σε κάποιες εργασίες φοιτητών;

Μια άλλη προσπάθεια έγινε αργότερα το 1978, εδώ στην Κρήτη, με τη στήριξη της Ορθόδοξης Ακαδημίας και του Στέλιου Παπαδερού. Ομάδες σπουδαστών και διδασκόντων από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ξεχύθηκαν στο Κολυμπάρι και διερεύνησαν με την εποπτεία καθηγητών και συναδέλφων, όχι μόνο τη δομή του οικισμού και των σπιτιών, αλλά και τις σχέσεις του κτισμένου περιβάλλοντος με τους κατοίκους της κοινότητας, οι οποίοι συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό το πρόγραμμα. Τι έμεινε απ’ αυτό το εγχείρημα;

Στα χρόνια του ’80, πάλι στην Κρήτη, με ανανεωμένες δυνάμεις και πλεονάζουσα αισιοδοξία, αναλάβομε από το Υφυπουργείο Νέας Γενιάς μαζί με την Γιώργο Τριανταφύλλου την υπευθυνότητα για την έρευνα και το σχεδιασμό προτάσεων αναβίωσης του παραδοσιακού οικισμού των Κάτω Τζινεβριανών, στην περιοχή Νοχιά της Δυτικής Κρήτης, κοντά στο Κολυμπάρι.

Δουλέψαμε με κέφι και ενθουσιασμό για το πρόγραμμα του αγροτουρισμού, με μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων. Επρόκειτο για ένα συνολικό πρόγραμμα με αντικείμενο τις οικονομικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες νεων, με σκοπό την κάλυψη της ανάγκης για μια άλλη πολιτική ανάπτυξης και αξιοποίησης των δυνατοτήτων του συνόλού του ελληνικού χώρου και ιδιαίτερα της περιφέρειας.

Φιλόδοξη προοπτική και ενδιαφέρουσα εμπειρία. Φτάσαμε σε προτάσεις ανάπλασης συνόλων και διερεύνηση οικονομικών και άλλων δυνατοτήτων εφαρμογής τους. Έλειψε λίγο ή πολύ η βούληση της πραγματοποίησης,
-εγχείρημα δύσκολο, αλλά πώς αλλιώς θα γίνει ορατή η διαδοχή, η μετάβαση, αν δεν δρασκελίσεις αυτά τα διαδοχικά κατώφλια με όλα τα ρίσκα και τις αναγκαστικές προσαρμογές που συνεπάγεται αυτή η μετάβαση;

Τι έμεινε από αυτό; Ένα τεύχος, κάποια σχέδια και οι τηλεοπτικές εμφανίσεις ορισμένων πολιτικών παραγόντων του προγράμματος.

Δεν είναι σωστό να ρίχνω ένα πέπλο απαισιοδοξίας ούτε να υποβαθμίσω τη σημασία της έρευνας, αλλά να επισημάνω τις δυσκολίες της μετάβασης από τη μια φάση στην άλλη.

Ίσως αυτές και άλλες αντίστοιχες εμπειρίες βοηθήσουν στο έργο της αντιμετώπισης των εγκαταλειμμένων οικισμών της Ανατολικής Κρήτης.

Από την προκαταρκτική φάση αντλούμε ανάλογα με τον τρόπο προσέγγισης των κτισμάτων και των οικισμών πολύτιμο υλικό και μοναδικές εμπειρίες για την δική μας αρχιτεκτονική του παρόντος, αλλά και για τη γόνιμη χρησιμοποίηση του συγκεντρωμένου υλικού στις προτάσεις που θα προκύψουν και στα προγράμματα που θα διατυπωθούν.

Όμως, χρειάζονται και άλλες δυνάμεις, αυτές που οδήγησαν και στήριξαν πάντα μια αρχιτεκτονική που προσβλέπει στο μέλλον και μεταμορφώνει το παρελθόν, προσαρμοσμένη στα δεδομένα του παρόντος, έτσι ώστε οι προτάσεις και τα σχέδια να συγκρατούν τη ζωή και να απευθύνονται στην ανθρώπινη κοινότητα.

Μια αρχιτεκτονική που εμψυχώνει τους κατοίκους γι’ αυτό που κάθε κατοίκηση θα πρέπει να είναι στο βάθος της ύπαρξης της, όχι όπως έγραψε ο ποιητής μια άγκυρα για να επαναπαύεσαι στη νωθρότητα της σταθερής ακινησίας, αλλά ένα κατάρτι που προκαλεί για ταξίδια στις ανοιχτές θάλασσες της ποίησης.

Σουζάνα Αντωνακάκη

16-02-2008

Η Παράβαση: Υπευθυνότητες & Νομιμοποιήσεις.

Εισήγηση του Δημήτρη Αντωνακάκη από τη συνάντηση στις 16 Φεβρουαρίου 2008 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης από το ΤΕΕ/ΤΑΚ, στο κινηματοθέατρο REX, με θέμα "Παραδοσιακοί Οικισμοί, Υπάρχει Μέλλον;"



«...Κάθε πράγμα που διαρκεί, μόνο από το γεγονός ότι διαρκεί, γίνεται σεβάσμιο, και η λαμπράδα που παίρνει σκίζοντας τα χρόνια το κάνει ευγενικό»...

«μας συγκινεί μόνο και μόνο επειδή μακραίνει με κάποιο τρόπο τη ζωή μας ως τα περασμένα.»

Αυτά έγραψε ο Σεφέρης, πριν από 70 χρόνια, το 1939.

Περιγράφει την συγκίνηση που μας προκαλεί ένα έργο του παρελθόντος, το οποίο με ιστορικές αναφορές, με γεγονότα καθημερινά ή συγκλονιστικά, με περιπέτειες προσώπων που βρέθηκαν με τις ενέργειές τους στο κέντρο μιας στιγμής πριν χρόνια πολλά ή μόλις χθες. Ταυτιζόμαστε μαζί του και μας παρασύρει στο παρελθόν.

Ίσως αυτή η συγκίνηση να είναι ο στόχος αυτών που επιδιώκουν και υποστηρίζουν την «διατήρηση» κάποιων οικισμών, στο όνομα της ιστορικής μνήμης, σ’ αυτή τη δύσκολη επιχείρηση –δύσκολη και κάπου επικίνδυνη, γιατί περιέχει δυνάμει την έννοια μιας στείρας «συντήρησης»- μιας επιχείρησης που αναζητά τα στοιχεία που θα τροφοδοτήσουν τις ρίζες μας σ’ αυτή την προσπάθεια «να μακρύνουμε την ζωή μας προς τα πίσω».

Πρέπει όμως να πάρουμε τις απαραίτητες αποστάσεις «για να πλησιάσουμε και να κρίνουμε αυτά τα παλιά έργα χωρίς την επίδραση των φαντασμάτων», όπως συνεχίζει ο Σεφέρης.

Φαντάσματα που συνδέονται με τους οικισμούς, και αποτελούν το βασικό μας κίνητρο για την διατήρησή τους, κίνητρο φορμαλιστικό, που όπως και να το κάνουμε, σπάνια έχει σχέση με τις σημερινές καθημερινές ανθρώπινες ανάγκες ή με τις απαιτήσεις ενός ζωντανού οικισμού, όπου οι συνθήκες ζωής αλλά και οι συνθήκες διαμόρφωσης του κτισμένου περιβάλλοντος είναι ριζικά διαφορετικές από τις αντίστοιχες μιας περασμένης ιστορικής στιγμής.

Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι να καταθέσουμε και για τους άλλους –κύρια όμως για μας τους ίδιους- την δική μας απόκριση γι’ αυτή την αξιολόγηση, που θα σχετίζεται με τον τρόπο που εμείς σήμερα βλέπουμε τους οικισμούς αυτούς, μέσα από τις νέες απαιτήσεις των καιρών.

Και η απόκρισή μας, καθώς και τα κριτήρια που θα την προσδιορίσουν, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το «στίγμα» της υπόστασής μας μέσα στον σημερινό κόσμο, στο μέτρο που:

ο Θα επηρεάζει τις επιλογές μας σε σχέση με τις προτεραιότητες

ο Και θα προσδιορίζει την καθημερινή μας στρατηγική.

1

Κάθε τόσο στην Ελλάδα, δίνεται μια ευκαιρία να ξαναδούμε τα πράγματα. Είτε μετά από κάποια μεγάλη καταστροφή –οι σεισμοί στα Ιόνια Νησιά, στο Πήλιο, στην Σαντορίνη, στην Θεσσαλονίκη κλπ.- είτε μετά από κάποια απόφαση της πολιτείας να παρέμβει σ’ αυτό το τόσο παραμελημένο, παρεξηγημένο και σ΄ ένα βαθμό ξεπουλημένο, δυστυχώς, δομημένο περιβάλλον. Αυτό το περιβάλλον που δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι αποτελεί το μεγάλο μας σπίτι.

Επιθυμεί, λοιπόν, το ΤΕΕ ΤΑΚ να πείσει την πολιτεία να παρέμβει στους μικρούς και τους μεγάλους οικισμούς, σ’ αυτούς που ονομάζουμε παραδοσιακούς, αφήνοντας έξω αυτούς που δεν τους ονομάζουμε έτσι, αλλά που σε τελευταία ανάλυση είναι κι αυτοί γεννήματα μιας παράδοσης, αυτής που καθιέρωσε η γενιά μας... Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, ιδιαίτερα πολύπλοκο, στο οποίο θα επανέλθω αργότερα.

Να ‘μαστε λοιπόν πάλι μπροστά σ’ ένα τέτοιο σταυροδρόμι. Να πείσουμε την πολιτεία –την ωραία κοιμωμένη του δάσους- να παρέμβει. Κι αυτό θα γίνει -μέσα από κάποια άτομα, γεμάτα καλές προθέσεις- που θ’ αντιμετωπίσουν την καταστροφή που ενέκρινε η πολιτεία με τα όργανά της στο παρελθόν, και θα επιχειρήσουν να την πείσουν να προχωρήσει στην αναθεώρηση της στάσης της και στην ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Πόσο παρήγορο, πόσο ενδιαφέρον, ίσως και ωραίο ακούγεται όλο αυτό, αλλά και πόσο παράξενο, πόσο παράλογο, αν κοιτάξει κανείς λίγο πίσω του το παρελθόν.

Παράλογο γιατί, οι προθέσεις όσο κι αν είναι εξαιρετικά σημαντικές γιατί αποτελούν τις γενέτειρες των αποτελεσμάτων δεν αρκούν. Και δεν αρκούν γιατί απαιτείται μια σειρά μέτρων προετοιμασίας και οργάνωσης που δεν θα διαστρεβλωθούν και δεν θα μεταμορφωθούν σε διαδικασίες εγκρίσεων παραδοσιακών κακέκτυπων, ή ιεράς εξέτασης, όταν η ελεύθερη συνεπής και συνειδητή αρχιτεκτονική έκφραση δεν θα υποταχθεί στην εύκολη ιστορικίστικη αντιγραφή προτύπων, που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κρύβει την αδυναμία της να ερμηνεύσει μ’ έναν δικό της τρόπο, το κοινό και το κύριο όπως έλεγε ο ποιητής, -αν βέβαια υπάρχει κάτι τέτοιο στην εποχή μας- δηλαδή αν μπορούμε να αποσπάσουμε από τη νοοτροπία της σημερινής, ανθρώπινης κοινότητας κάτι κοινό και κύριο, της κοινότητας για την οποία εργαζόμαστε και η οποία αποτελεί τον τελικό παραλήπτη των προσπαθειών μας.

Αν δεχθούμε βέβαια, ότι η παράδοση του κοινού και του κύριου δεν είναι οι ιστορικές μορφές που παραδίδει δυναμικά η προηγούμενη στην επόμενη γενιά, αλλά ο τρόπος ζωής και η νοοτροπία με την οποία η ανθρώπινη κοινότητα διαμορφώνει και εξελίσσει τη συμπεριφορά της, οι μορφές που έχει διαπλάσσει με άλλες τεχνολογικές δυνατότητες και άλλες συνθήκες καθημερινότητας στο παρελθόν, και κυρίως οι αξίες που μας αφήνει ένας πολιτισμός αιώνων.

2

Ο Παναγιώτης Μιχελής, ο λαμπρός θεωρητικός της Αρχιτεκτονικής που είχαμε την τύχη στα χρόνια των σπουδών μας να έχουμε καθηγητή, σ’ ένα άρθρο του στην Νέα Εστία το 1953, πενήντα πέντε χρόνια πριν, έγραφε με την ευκαιρία της προοπτικής ανοικοδόμησης των Ιονίων Νησιών που είχαν καταστραφεί από τους σεισμούς, τα παρακάτω:

«Είναι ίσως η μοίρα των πραγμάτων του κόσμου, την καταστροφή ν’ ακολουθεί η αναγέννηση. Όπου καούν τα φυτά ξαναφυτρώνουν πλουσιότερα, όπου αφανιστούν ψυχές βίαια, οι γεννήσεις πολλαπλασιάζονται αυτόματα, ωσάν η ζωή ν’ αναπληρώνει το χαμό για ν’ αποκαταστήσει την ισορροπία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πολιτισμό. Τ’ αρχαϊκά μνημεία που καταστρέψανε οι Πέρσες τ’ αναπληρώσανε τα κλασσικά. Ενώ όμως στη φύση οι νόμοι δρουν τυφλά και η ορμή της αναπληρώσεως ακολουθεί αυτομάτως, στον πολιτισμό, η ορμή της αναδημιουργίας χρειάζεται και την παρουσία του πνεύματος για να είναι γόνιμη ειδ’ άλλως οι πολιτισμοί χάνονται. Το πνεύμα αρχίζει να παρουσιάζεται όταν συνειδητοποιεί τα γεγονότα και τα προβλήματα» και «αν λάβουμε υπ’ όψη τι έγινε στην Κόρινθο και στη Χαλκιδική κατά την ανοικοδόμησή τους, πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι γιατί εκεί αποτύχαμε».

Και παρακάτω:

«Αν θέλουμε να επιτύχουμε... πρέπει να κατανοήσουμε ότι το πρόβλημα είναι πρώτα απ’ όλα πολεοδομικό και αρχιτεκτονικό... Πρέπει να κατανεμηθούν ορθά οι ευθύνες, να βρεθούν οι κατάλληλοι άνθρωποι που θα τις αναλάβουν υπεύθυνα... Πρέπει ο λαός να διαφωτιστεί και να εννοήσει ότι το συμφέρον του είναι οι πόλεις αυτές ν’ ανασυνταχθούν, ώστε να συγχρονισθούν πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά, γιατί μόνο σύγχρονες πόλεις και κτίρια εξυπηρετούν τη σύγχρονη ζωή.».

Γιατί χωρίς μέτρα προετοιμασίας – οργάνωσης, χωρίς μια μάχη ενημέρωσης, ουσιαστικής διαφώτισης, επεξηγήσεων, ανοιχτού διαλόγου που θα επιτρέψουν την ενδοσκόπηση, την κατανόηση, τη συνειδητοποίηση της Αλληλεγγύης που απαιτεί μια τέτοια προσπάθεια, πώς είναι δυνατόν να πετύχει;

«Η αμοιβαία κατανόηση και αλληλεπίδραση ηγεσίας και πληθυσμού, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της επιτυχίας»,

έγραφε στο ίδιο κείμενο ο Μιχελής και συνεχίζει:

«Η ηγεσία, πολιτική, οικονομική και αρχιτεκτονική, οφείλει να βρεθεί κοντά στο λαό, και για να τον κατευθύνει ορθά, και για ν’ αντλήσει ιδέες απ’ αυτόν που ξέρει τον τόπο του, τον πονάει και ονειρεύεται μια νέα ζωή.».

Αυτά έγραψε πριν 55 χρόνια ο Π. Μιχελής. Ματαίως.

«Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα» λεει ο λαός.

Άραγε σήμερα να ακούει κανείς;

Αναρωτιέμαι.

3

Τι είναι όμως αυτό που πραγματικά προκαλεί το ενδιαφέρον μας σχετικά με τους παραδοσιακούς οικισμούς του παρελθόντος;

Μήπως μας απασχολεί

Λιγότερο το γιατί χτίστηκαν και περισσότερο ποια μορφή πήραν όταν χτίστηκαν;

Λιγότερο το τι εκφράζουν, και περισσότερο το πώς το εκφράζουν;

Λιγότερο ο τόπος που χτίστηκαν και η ένταξή τους σ’ αυτόν και περισσότερο η σημερινή τους εικόνα;

Μήπως έχουμε ξεχωρίσει το ύφος των παραδοσιακών οικισμών από το περιεχόμενό τους και μήπως αγωνιζόμαστε να διασώσουμε αυτό το ‘‘ύφος’’ χωρίς το περιεχόμενο;

Έχουμε συνειδητοποιήσει την κενότητα αυτού του εγχειρήματος;

Μήπως η κριτική ματιά μας διαβρώνεται από την υπερβολική εκτίμηση της πλούσιας αυθεντικότητάς τους, την οποία λατρεύουμε ως επισκέπτες αλλά που δεν αντέχουμε στην καθημερινή πραγματικότητά μας;

Μήπως είναι θέμα απόστασης;

Γιατί η αρχιτεκτονική όταν ολοκληρωθεί παραδίδεται στο χρόνο. Κι εκείνη η στιγμή σηματοδοτεί την έναρξη μιας διαδικασίας φθοράς. Και φθορά σημαίνει κάτι παράδοξο για την αρχιτεκτονική. Σημαίνει ‘‘ενανθρώπιση’’, καθώς με τη φθορά εισβάλλει στο τεχνικό έργο ο χρόνος και με το χρόνο εγκαθίσταται σε αυτό η φύση και οι μνήμες, και τότε, ως δια μαγείας, η σκληρότητα μαλακώνει, η σκιά δυναμώνει τα μυστικά της ύλης, η υφή βρίσκει αντίκρισμα στην ατέλεια που είναι σημάδι της ανθρώπινης παρουσίας.

Κοιτάξετε, τους παραδοσιακούς οικισμούς που θέλουμε να διατηρήσουμε.

Δέστε πως σχηματίσθηκαν. Οι άνθρωποι, μέλη μιας κοινότητας αδελφωμένης, χτίσανε ο ένας δίπλα στον άλλο, κοντά-κοντά σ’ ένα τοπίο ξένο και αφιλόξενο. Τα σπίτια τους ένα σύνολο που δεν ξεχωρίζει. Ο οικισμός που προκύπτει είναι η έκφραση μιας συνεκτικής κοινότητας που πορεύεται συγκροτημένη για να αντιμετωπίσει τα καθημερινά της προβλήματα σχολιάζοντάς τα, θετικά και αρνητικά. Και η μονάδα κατοικίας χτίζεται με την ίδια λογική.

Κοιτάξετε τώρα τους καινούργιους οικισμούς.

Εδώ οι κάτοικοι πάνε μακριά για να ζήσουν μόνοι. Αν μπορούσαν δεν θα ήθελαν να βλέπουν κανένα, αποτελούν μια κοινότητα διαλυμένη που διεκδικεί την μοναξιά, που αρνείται την συμμετοχή στα κοινά. Γιατί λοιπόν αναζητούμε τα παραδοσιακά, όταν η κοινότητα που τα παραγγέλλει αποζητά τη μοναξιά και το κράτος που τα εγκρίνει έχει επιβάλει με τις νομοθετικές του ρυθμίσεις τα 30 μ. ως ελάχιστη απόσταση του ενός κτίσματος από το άλλο; Σε ποια κοινότητα απευθυνόμαστε σήμερα και τη σχέση έχει αυτή με αυτούς τους παραδοσιακούς οικισμούς που επιθυμούν εκείνοι και αγωνιζόμαστε εμείς να προστατεύσουμε, με τις μεσογειακές-ελληνικές τους καταβολές

Κι όπως αλλού σημειώνει πάλι ο Μιχελής:

‘‘Πολλοί υπήρξαν που υπεστήριξαν ότι ελληνική αρχιτεκτονική εκδήλωση είναι μόνο όπια πρόδιδε επιρροή της λαϊκής μας τέχνης. Το ότι έτσι επρόδιδαν την ίδια την παράδοση, που παραδίδει κυρίως αξίες και όχι μορφές, δεν το αντιλαμβάνονται’’.

4

Πιστεύω ότι κάθε αρχιτεκτονική αποδέχεται και υπηρετεί ορισμένους κανόνες-συμβάσεις. Έτσι αργά ή γρήγορα εντάσσεται σε ‘‘κάποια’’ παράδοση.

Αυτές οι συμβάσεις – κανόνες υφίστανται παραλλαγές και παραβάσεις. Στο μέτρο που οι παραλλαγές προκύπτουν από τη ουσία της ιδέας της σύμβασης ανανεώνοντας την, προσφέροντας μια νέα ανάγνωση και φωτίζοντας άλλες πλευρές της, όλα είναι καλά, η παράδοση λειτουργεί.

Αν όχι, τότε υπάρχει απλώς απομίμηση και φτηνή αντιγραφή.

Οι συμβάσεις αυτές όπως γράφει ο Γρ. Σηφάκης για το αρχαίο θέατρο, περιορίζουν την ατομική έκφραση του καλλιτέχνη, αλλά δεν ακυρώνουν τη δημιουργικότητά του.

Το ίδιο ισχύει και με τις παραβάσεις, οι οποίες όταν δεν καταλύουν τις συμβάσεις, επιτρέποντας την αφομοίωσή τους από αυτές, διευρύνουν το χώρο που χαρτογραφούν, και ανανεώνουν τους ευρύτερα αποδεκτούς κανόνες που τις συνοδεύουν.

Αναζητείται, λοιπόν, με αυτή τη λογική η χάραξη μιας πορείας και ίσως η σύνταξη κάποιων κανονισμών. Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις.

Ένας κανονισμός επιβάλλει μια πειθαρχία. Κανονικά απαγορεύει, στο μέτρο που είναι συγκεκριμένος, την παράβαση. Δηλαδή, απαγορεύει την ανανέωση.

Θα αναφέρω ένα παράδειγμα που έχω πολλές φορές χρησιμοποιήσει:

στα Χανιά υπάρχει ένα παλιό σπίτι, όχι ιδιαίτερα σημαντικό, το οποίο όμως είχε ένα χαρακτηριστικό που το διαφοροποιούσε από το σύνολο. Είχε στο ισόγειο 3 καμάρες. Σε όλη την περιοχή τριγύρω καμιά καμάρα πουθενά. Αποτέλεσμα: ολόκληρη η γειτονιά πήρε το όνομα «οι 3 καμάρες».

Τι θα συνέβαινε αν υπήρχε ένας αυστηρός κανονισμός που θα απαγόρευε τις καμάρες, επειδή δεν υπάρχουν στο άμεσο περιβάλλον; Θα στερούσε την περιοχή από το διαφορετικό στοιχείο που σήμερα τη χαρακτηρίζει.

Αν πάλι ένας άλλος κανονισμός επέτρεπε τις καμάρες παίρνοντας αφορμή από το γεγονός αυτής της διαφορετικής παρουσίας, τότε ενδεχομένως θα προκαλούσε τους επιπόλαιους μελετητές να τις επαναλάβουν, οπότε η άκριτη αυτή επανάληψη θα στερούσε την μοναδικότητα αυτού του στοιχείου που κάποτε χαρακτήρισε την περιοχή.

Συμπέρασμα: Ο κανονισμός πρέπει να επιτρέπει την υπεύθυνη απόφαση κάποιων οργάνων, που θα αναλαμβάνουν την ευθύνη των εισηγήσεων εκτιμώντας τη σοβαρότητα της πρότασης και του μελετητή.

Ακόμα ένα παράδειγμα:

Στη Δανία –πιστεύω και σε άλλες πολιτισμένες χώρες- όταν προκηρύσσεται ένας διαγωνισμός οι ισχύοντες όροι δόμησης της περιοχής δίδονται ενδεικτικά. Ο υπεύθυνος μελετητής έχει το δικαίωμα να τους παραβεί αν πιστεύει ότι η πρότασή του θα βελτιώσει τις συνθήκες του ευρύτερου περιβάλλοντος. Μια παρόμοια πρόταση όχι μόνο δεν απορρίπτεται αλλά πολύ συχνά γίνεται αποδεκτή και εφαρμόζεται.

Πώς θα μπορούσε, όμως, να εφαρμοστεί μια παρόμοια κατάσταση στη σημερινή ελληνική γραφειοκρατική πραγματικότητα;

Μια πραγματικότητα που δεν την χαρακτηρίζει η θαρραλέα ανάληψη ευθυνών, -όχι τόσο από την μεριά των μελετητών, όσο από την μεριά των επιτροπών κρίσης - αλλά μια μίζερη και βαθύτατη αίσθηση συνενοχής.

5

Ένας κανονισμός επιβάλλει την πειθαρχία.

Κανονικά απαγορεύει την παράβαση.

Δηλαδή, απαγορεύει την ανανέωση.

Εφ’ όσον λοιπόν η Πολιτεία δεν αναλαμβάνει να εισηγηθεί νόμιμους τρόπους για να επιτρέψει την παράβαση, τι μας απομένει;...

Ας μη ξεχνάμε αυτό που έχει γράψει πριν από αιώνες ο William Blake:

«Καμιά αρετή δεν μπορεί να υπάρξει

αν δεν παραβιαστούν οι δέκα εντολές»

Προσωπικά πιστεύω στην ΠΑΡΑΒΑΣΗ. Πιστεύω ότι η παράβαση ενεργοποιεί την τάξη και την πειθαρχία. Τούς δίνει ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι το αεράκι που δροσίζει τα κλειστά δωμάτια, που ανανεώνει τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι η χαρά της ζωής, χαρά που συνειδητοποιούμε κάθε φορά που παραβαίνουμε τον κανόνα, που λειτουργούμε έξω από τις προδιαγραφές, απρόοπτα, άμεσα, αυθεντικά.

Όμως, ο μόνος τρόπος για να γίνει αντιληπτή αυτή η παράβαση είναι να έχει πρώτα καθιερωθεί και να έχει γίνει αποδεκτή μια συνέχεια, που θα την διακόπτει πειστικά κάθε τόσο μια παράβαση. Μια παράβαση όμως που δεν θα επιδιώκει την εμπορική υπερεκμετάλλευση, που δεν θα είναι η επιπόλαιη επιδίωξη της διαφορετικότητας, αλλά της οποίας η τεκμηριωμένη παρουσία δεν θα είναι του κάθε μέρα ή του οπουδήποτε.

6

Όσο για τις αναπαλαιώσεις –αλήθεια τι απαράδεκτος όρος όταν υποτίθεται ότι η αναμόρφωση και η ανάπλαση ενός αρχιτεκτονικού στοιχείου της πόλης, γίνεται με στόχο το μέλλον και απευθύνεται σ’ αυτούς που έρχονται-. Οι αναπαλαιώσεις εκφράζουν με τον πιο άμεσο τρόπο τα έργα μιας κοινότητας δειλής που φοβάται τον εαυτό της, που δεν τολμά να επανατοποθετήσει το πρόβλημα, που δεν τολμά να κάνει λάθη. Κι όμως καθώς λέει ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου, «το λάθος είναι το μόνο πράγμα που πλουτίζει αυθεντικά την εσωτερική μας ζωή, το λάθος που διαπράττουμε με προσωπική μας ευθύνη».

Και ισχύει το ίδιο για την ανθρώπινη κοινότητα, η οποία ρημάζει και ξεραίνεται όταν δεν τολμά με ευθύνη να πράξει, όταν δεν εμπιστεύεται, όταν αρχίζει και δεν ολοκληρώνει, όταν παρασύρεται από επιπόλαιες κρίσεις, μερικές φορές ειδικών, όταν δεν έχει επιθυμίες...

Θα ήθελα να σας θυμίσω τα λόγια του Goethe

«Η δύναμη μιας γλώσσας συνίσταται στην δυνατότητα που έχει να αφομοιώνει ξένες λέξεις» και να τις εντάσσει στο δικό της σύστημα, κι αυτό γινόταν από πάντα ανάμεσα στους λαούς της Μεσογείου.

Έχω την αίσθηση ότι, για μας τους Αρχιτέκτονες η ιστορία πρέπει να φτάνει ως την άκρη των δακτύλων μας, ως την άκρη του μολυβιού μας, την ώρα που σχεδιάζουμε στις «ίνες» του υπολογιστή μας. ΟΧΙ σαν οδηγός μαγειρικής, αλλά σαν απόσταγμα γνώσης, εμπειρίας και κατανόησης.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι αν αρνιόμαστε το παρελθόν, ή αν το χρησιμοποιούμε. Ούτε αν αρνιόμαστε την σημερινή πραγματικότητα.

Σήμερα μπορούμε να γνωρίζουμε σχεδόν με την ίδια ακρίβεια, το χθες και το 3.500 π.Χ.. Όλος αυτός ο πλούτος της ανθρώπινης εμπειρίας και προσπάθειας είναι στα χέρια μας. Οφείλουμε να τον κατανοήσουμε.

Οφείλουμε να αναζητήσουμε τι υπήρχε πίσω από τις μορφές που τον είχαν εκφράσει. Ποιες δραστηριότητες κάλυπταν, ποιες ιδέες τις στήριζαν, ποιες αξίες υπηρετούσαν και να επιχειρήσουμε να δώσουμε μέσα στο πλαίσιο των δικών μας τεχνολογικών δυνατοτήτων την δική μας σημερινή ερμηνεία.

Κι αυτή η ερμηνεία απαιτεί τόλμη γιατί οφείλει να είναι ένα βήμα έκφρασης του αύριο μέσα από το σήμερα, που λίγοι μπορούν να προσεγγίσουν.

Κι όλα αυτά αν μιλάμε για μια παράδοση, ζωντανή συνέχεια της ιστορίας. Όπου το πρόβλημα δεν είναι πως θα την συντηρήσουμε, αλλά πως θα την πάμε παρακάτω, πως θα την συνεχίσουμε, προχωρώντας μπροστά σαν άνθρωποι σημερινοί που αμφιβάλουν για να κατανοήσουν και δημιουργούν για να μετατοπίσουν τα ερωτηματικά.

7

Και αν τελικά η πολιτεία πειστεί σήμερα να διορθώσει αυτά που τα όργανά της έχουν εγκρίνει και έχουν αποδεχτεί κατά καιρούς, με ποιο τρόπο θα το κάνει και με ποιους ανθρώπους; Αυτούς που χθες εγκρίνανε και σήμερα είναι έτοιμοι να καταδικάσουν;

Και με ποιους αρχιτέκτονες, ελεύθερους επαγγελματίες θα γίνουν όλα αυτά; Αφού αυτοί οι ίδιοι τα έχουν σχεδιάσει, αφού αυτοί οι ίδιοι, εμείς δηλαδή, έχουμε αποδεχθεί τις παρανομίες, αφού εμείς οι ίδιοι δεν διαμαρτυρηθήκαμε, δεν φωνάξαμε προφυλάσσοντας τον εαυτό μας στην καλύτερη περίπτωση από το μένος των υπηρεσιών που όταν θέλουν μπορούν να σε βάλουν στο μαύρο κατάστιχο και να μην δεις άσπρη μέρα.

8

Φοβάμαι, ότι εμείς οι παλιότεροι δύσκολα θα μπορούσαμε να κάνουμε εποικοδομητικές προτάσεις. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να μεταφέρουμε εδώ είναι οι εμπειρίες που περιέγραψε η Σουζάνα:

Πόσες φορές ξεκινήσαμε και πόσες φορές μείναμε στη μέση. Πόσο ωφεληθήκαμε εμείς , πόσα μάθαμε αλλά και πόσο απογοητευθήκαμε από την αδιαφορία της πολιτείας. Και τώρα μαζί σας νοιώθουμε πώς πάλι κάτι θα γίνει. Ίσως εσείς πιο προσγειωμένοι, πιο οργανωμένοι πιο πολλοί κάτι θα καταφέρετε.

Μη μείνετε στην ανάλυση χωρίς συνθετική προοπτική, μη περιοριστείτε σε ασκήσεις επί χάρτου. πραγματοποιήστε κατι ας είναι και ελάχιστο.

«Αν βρεις ένα αρχιτεκτονικό–πολεοδομικό ιστό» υποστηρίζει ο J. Habracken «το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να τον ακολουθήσεις δημιουργικά».

Το δημιουργικά επαφίεται στην συνέπεια και το ήθος του μελετητή.

Για μένα, αν θέλετε, αυτό είναι το μήνυμα της παράδοσης.

Η συνέχεια που δεν αποκλείει την παράβαση αλλά την αναδεικνύει, την αποδέχεται, την πλαισιώνει και την αφομοιώνει μέσα στο χρόνο, όταν αποτελεί μια σοβαρή και συνεπή ερμηνεία της σημερινής πραγματικότητας, όταν έχει λάβει υπόψη της το άμεσο περιβάλλον που την συνέχει και το οποίο πρόκειται να διαταράξει, την σημασία που πρόκειται να πάρει η ίδια σε σχέση με όλα όσα την περιβάλλουν, ανάλογα με την δική της όσο μπορεί να είναι- «αντικειμενική» αξία.

Γι’ αυτό το λόγο οι νομοθετικές ρυθμίσεις δεν απαιτούν μονάχα προσεκτική διατύπωση μετά από προηγούμενη κατανόηση των προβλημάτων, απαιτούν συστηματικό ξανακοίταγμα και ενδεχομένως στοχαστικές προσαρμογές σε κάθε φάση, καταγραφή των αποτελεσμάτων, αναζήτηση των δυνατοτήτων βελτίωσης και επανόρθωση των λαθών. Μια στρατηγική σε βάθος χρόνου με τακτικούς και συστηματικούς ελέγχους της πορείας, τακτικές αποτιμήσεις ουσίας και διορθωτικές κινήσεις. Με ανοιχτές διαδικασίες ελέγχου. Δεν είμαστε αντίπαλοι με τις υπηρεσίες. Θεωρητικά έχουμε τους ίδιους στόχους. Μαζί τους θα μπορούσαμε ευκολότερα να πείσουμε τους ιδιοκτήτες για το κοινό καλό Γιατί λοιπόν μας βγάζουν έξω για να αποφασίσουν. Πιο είναι αυτό το μυστικό που δεν πρέπει να ακούσει ο συνειδητός μελετητής. Ή μήπως είναι θέμα εξουσίας...

Ας είναι...ίσως μπέρδεψα τα θέματα.

9

Τι προτείνεις, λοιπόν, θα ρωτήσετε;

Η απάντηση είναι απλή, η εφαρμογή της όμως δύσκολη.

Γιατί το ζητούμενο είναι η καλή αρχιτεκτονική.

Απλή, όχι απλοϊκή, διακριτική, όχι ουδέτερη, σεμνή, όχι σεμνότυφη, παρούσα, όχι αυθάδη, πειστική, όχι εντυπωσιακή.

Σ’ αυτή τη συνεχή προσπάθεια, εκτός από τους κάθε είδους φορείς – Πανεπιστήμια, Υπηρεσίες, συλλόγους- που οφείλουν συμμετοχή, οφείλουμε κι εμείς, ο καθένας ξεχωριστά.

Χτίζοντας, προτείνοντας, κάνοντας λάθη, διορθώνοντας και προχωρώντας σ’ αυτό το δύσβατο Ελληνικό τοπίο. Γιατί ξέρουμε –πιστεύουμε- ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι είμαστε πολλοί, πάρα πολλοί αυτοί που κάνουν τα ίδια με μας ή που θα ‘θελαν και θα μπορούσαν, αλλά που κουράστηκαν, όπως κι εμείς καμιά φορά, και απογοητεύτηκαν αλλά επιμένουν, με όση σοβαρότητα και συνέπεια αντέχουν, απέναντι σε ένα κράτος που αδιαφορεί για την προσφορά τους και τους πολεμά και μια κοινότητα που αρνείται να τους χρησιμοποιήσει, χωρίς λόγο, και εκείνοι εξακολουθούν να αντιστέκονται δουλεύοντας, προτείνοντας και επιμένοντας.

Κι όταν κάτι καταφέρουμε, ξεπερνώντας τις δικές μας αμφιβολίες και των άλλων τις υποψίες, τότε παίρνει ένα νόημα και η δική μας προσπάθεια, που δεν αποδέχεται ότι όλα είναι μάταια.

Κι αν έχει κάποιο νόημα αυτή η συνάντηση για μένα είναι να ανανεώσουμε την απόφασή μας, ότι θα δώσουμε τον καλλίτερο εαυτό μας σ’ αυτή την προσπάθεια που δεν έχει τέλος, ως ελέγχοντες ή ελεγχόμενοι, σε όποια θέση και αν βρεθούμε. Με κατανόηση και ειλικρίνεια και αξιοπρέπεια.

Καταγραφές, λοιπόν, ναι, δεσμεύσεις, ναι, και διατάγματα λοιπόν ναι, αλλά ανοιχτά στην υπεύθυνη, την τεκμηριωμένη παράβαση. Όλα περασμένα απ’ το καμίνι της πραγματικότητας, η οποία όπως γνωρίζουμε καλά για να βελτιωθεί και ν’ αλλάξει πρέπει να την φέρουμε με όλη της τη φρίκη και την ομορφιά στο κέντρο του ενδιαφέροντος των πολιτών για να τολμήσουμε όλοι μαζί την ανατροπή της, φωτίζοντας το πρόβλημα της ορθής διαχείρισης του χώρου και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, αλλά κυρίως δουλεύοντας ασταμάτητα με συνέπεια, προσοχή και ευσυνειδησία.

«Η αρχιτεκτονική ενσαρκώνει την ουτοπία μιας κοινωνίας» έχει πει κάποτε ο R. Piano και δεν είναι καθόλου άσχημη φράση για να τελειώσει κανείς ένα παρόμοιο κείμενο.


Thursday, February 7, 2008

Παραδοσιακοί οικισμοί - Υπάρχει μέλλον;

Συνάντηση στις 16 & 17 Φεβρουαρίου 2008 στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης από το ΤΕΕ/ΤΑΚ. Στα πλαίσια της συνάντησης θα μιλήσουν η Σουζάνα Αντωνακάκη με θέμα: Κατώφλια Χώρου & Χρόνου, Μετάβαση και Διαδοχή και ο Δημήτρης Αντωνακάκης με θέμα: Η Παράβαση: Υπευθυνότητα & Νομιμοποιήσεις.

Wednesday, February 6, 2008

Πειθαρχεία και Τρυφερότητα

Ομιλία του Δημήτρη Αντωνακάκη στην ημερίδα για τον Θουκιδίδη Βαλεντή στη Θεσσαλονίκη, 23-01-2008, συνδιοργάνωση: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Όσοι από σας τυχαίνει να έχετε διαβάσει το μικρό κείμενό μου, που περιλαμβάνεται στο ωραίο βιβλίο που κυκλοφόρησε με το έργο του Θουκιδίδη Βαλεντή, θα πρέπει να θεωρήσετε όσα θα σας πω σήμερα, ως συμπληρωματικά σχόλια πάνω σε εκείνο. Κι αυτό συμβαίνει για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι γιατί στα χρόνια που πέρασαν από τότε που έγραψα εκείνο το κείμενο, έχουν συμβεί πολλά γεγονότα, ίσως μικρής σημασίας- καθημερινά-αλλά για μένα σημαντικά, που μου έφεραν στη μνήμη άλλα παλιότερα φωτισμένα όμως τώρα με διαφορετικό φως από εκείνο που είχα συνηθίσει να τα αντιμετωπίζω, αποκαλύπτοντας πλευρές που είχα αποδεχτεί να τις αφήνω στη σκιά.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι θεώρησα πως η απλή επανάληψη απόψε όσων είχα γράψει πρίν κάμποσα χρόνια, δεν θα αντιστοιχούσε στην τιμή που μου γίνεται σήμερα να βρίσκομαι εδώ μαζί σας ανταποκρινόμενος στη πρόσκληση των οργανωτών αυτής της συνάντησης και της ομάδας που έφερε σε πέρας το δύσκολο έργο που απολαμβάνουμε σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά αποφάσισα να επαναλάβω μερικά απ’ όσα έχω γράψει καθώς πιστεύω ότι θα έπρεπε να μην λείψουν από μια βραδιά αφιερωμένη όχι μόνο στον Αρχιτέκτονα αλλά και στον άνθρωπο Βαλεντή.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν απόψε να μιλήσω λίγο περισσότερο προσωπικά απ’ ότι συνηθίζεται επειδή έτυχε να είμαι κάτι περισσότερο από μάρτυρας της ζωής που έζησε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ο Θουκιδίδης Βαλεντής,- ίσως μάλιστα ένα κομμάτι της-, γιατί είμαστε πολλές ώρες μαζί, όταν δεν βρισκόμαστε στις αίθουσες διδασκαλίας. Έτσι η «καθημερινότητά» μας διαμορφωνότανε και ρυθμιζότανε σ’ ένα βαθμό «από κοινού» παρά τη χαώδη διαφορά που ήταν δεδομένη εκείνη την εποχή ανάμεσα σ΄ ένα καθηγητή –όποιας βαθμίδας- και έναν επιμελητή –όπως ήμουν εγώ-, ή βοηθό. Επιτρέψετέ μου λοιπόν, να σας μιλήσω λίγο και για μένα αφού περνούσα ώρες πολλές δίπλα στον Θουκυδίδη Βαλεντή, καθώς ήμουν τόσο κοντά του και ταυτόχρονα τόσο μακριά του.

Τόσο μακριά, όσο η ζωή μάς κρατούσε και μας ξεχώριζε η διαφορά των υποχρεώσεών μας, και τόσο κοντά όσο, όπως εγώ τουλάχιστον πιστεύω, καθώς αισθανόμουν πάντα ότι μου έδειχνε μια εμπιστοσύνη ιδιαίτερη, πράγμα που με τιμούσε εξαιρετικά. Εμπιστοσύνη που την απέδειξε άλλωστε καθώς δέχτηκε όλες τις εισηγήσεις μου, προκειμένου να προσλάβει ως βοηθούς συναδέλφους που σήμερα είναι όλοι και όλες καθηγητές και καθηγήτριες σε κάποια βαθμίδα στην Αρχιτεκτονική σχολή του Ε.Μ.Π. Εμπιστοσύνη που αξιοποιούσα δουλεύοντας σχεδόν με πλήρη αυτονομία στις μεγάλες τάξεις, πάντα ενημερώνοντάς τον, και συζητώντας τις απόψεις του που μου φαινόταν πάντα ιδιαίτερα αυστηρές και σε κάποιο βαθμό παγιωμένες έως «δογματικές».

Όμως, παρακαλώ, μη θεωρήσετε αυτό το χαρακτηρισμό μόνο με την αρνητική του απόχρωση, δεδομένου ότι ο Βαλεντής ήτανε ανοιχτός στο διάλογο, άκουγε, δεχόταν τα επιχειρήματα, τα συζητούσε, έμενε όμως αμετακίνητος, σε ότι αφορούσε τις σπουδές και την διδασκαλία, αμετάπειστος ως το τέλος, υποστηρίζοντας ότι απευθύνεται στο μέσο σπουδαστή, ο οποίος όπως πίστευε έχει ανάγκη από βεβαιότητες.

«Ο ικανός», έλεγε, «θα τις ξεπεράσει, όμως ο μέτριος θα έχει κάπου να στηριχτεί». Αυτή η σιγουριά που έμοιαζε να τον χαρακτηρίζει νομίζω ότι έκρυβε καλά μια εκτίμηση για όλα όσα αναγνώριζε ως άξια λόγου, αλλά που δεν θα τα σχεδίαζε ο ίδιος ποτέ και που ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να διδάξει.

Ίσως τελικά να του ταίριαζε αυτό που γράφει κάπου ο Valery «μια υπέρτατη βεβαιότητα που αναδύονταν από μια υπέρτατη αβεβαιότητα»1.

1

Συναντηθήκαμε με τον Θουκυδίδη Βαλεντή για πρώτη φορά το 1960. Ανθυποσμηναγός εγώ στην Τεχνική Υπηρεσία της Πολεμικής Αεροπορίας. Προϊστάμενος ο Θ. Βαλεντής. Ήταν λίγα χρόνια πριν γίνει Καθηγητής στη Θεσσαλονίκη. Αυστηρός και τελειομανής, αλλά πάντα καλοσυνάτος με τους στρατευμένους αρχιτέκτονες. Όλα τα έργα της αεροπορίας τότε περνούσαν από τα χέρια του, ή από την έγκρισή του. Αμφιθέατρα, εργαστήρια, αίθουσες διδασκαλίας, υπνωτήρια. Οι σμήναρχοι το ήξεραν και ήταν σε κείνον που προσέτρεχαν όταν είχανε κάποιο πρόβλημα να λύσουν. Όλα όσα εκπροσωπούσαν την Τεχνική Υπηρεσία έπρεπε να παρουσιασθούν από εκείνον. Τώρα γιατί άραγε δεν ήταν εκείνος διευθυντής της τεχνικής υπηρεσίας;...

«Ίσως είναι καλύτερα», έλεγε, «λιγότερες φιοριτούρες».

Όταν ήρθε από το Α.Π.Θ στο Ε.Μ.Π. το 1965, εγώ ήμουνα ήδη εκεί από το 1959 έξι χρόνια, ως «άμισθος επιμελητής» και είχα μόλις διοριστεί ως «επιμελητής», αμοιβώμενος αυτή τη φορά.

2

Ο Θουκυδίδης Βαλεντής εξελέγη «έκτακτος» καθηγητής στο Ε.Μ.Π. χωρίς να έχει διδακτορικό, απαραίτητη προυπόθεση τότε σύμφωνα με τον νόμο, καθώς είχε τον τίτλο του καθηγητή από το Α.Π.Θ. όπου τον είχαν ήδη εκλέξει πριν λίγα χρόνια οι ήδη νέοι τότε καθηγητές Αργυρόπουλος, Μουτσόπουλος και Φατούρος.

Μια παρένθεση εδώ για όσους δεν γνωρίζουν:

Για να στελεχωθεί το τμήμα αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. είχε καταργηθεί για κάποια χρόνια η απαίτηση του διδακτορικού για τους καθηγητές των συνθετικών εδρών. Ήταν ένα κόλπο του Υπουργείου Παιδείας που επαναλαμβάνονταν κατά το δοκούν. Έτσι έγιναν τότε καθηγητές ο Φατούρος ο Βαλεντής και ο Καραντινός. Θυμίζω ακόμα ότι εκείνη την εποχή, την προ του νόμου πλαισίου του ΠΑΣΟΚ, για όλες τις βαθμίδες του «επί θητεία» και του έκτακτου που αντιστοιχούν στο σημερινό «επίκουρο» και «αναπληρωτή», ψήφιζαν στο Ε.Μ.Π. όλοι οι τακτικοί καθηγητές του και μόνο, οι οποίοι ήλεγχαν απόλυτα όλες τις βαθμίδες και τις εξελίξεις τους. Αντίθετα η πρόσληψη και η εξέλιξη των επιμελητών και των βοηθών ήταν στη διακριτική πρωτοβουλία του «έκτακτου» ή του «επί θητεία» καθηγητή της έδρας. Κλείνει η παρένθεση.

Ο Βαλεντής λοιπόν εξελέγη έκτακτος καθηγητής στο Ε.Μ.Π. και δεν έγινε τακτικός παρά μόνο τις παραμονές της συνταξιοδότησής του. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν δεν συμφωνούσε με αποφάσεις όπου λόγω βαθμίδας δεν του επιτρεπόταν να ψηφίσει, αυτοσαρκαζόμενος έλεγε: «Εγώ δεν είμαι βλέπεις τακτικός καθηγητής, είμαι άτακτος».

Αυτά για να μην ξεχνάμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο εργάστηκε και εκτιμήθηκε αυτός που τιμούμε σήμερα.

3

Ήταν ένα απόγευμα αργά μετά το μάθημα του Β’ έτους. Τέσσερις ώρες εξοντωτικής προσοχής. Διόρθωση στο πίνακα για όλη την τάξη, με προβολές των σε διαφάνειες φωτοαντιγραφημένων σχεδίων, με τους φοιτητές μπαϊλντισμένους από τις επίμονα επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις να αραιώνουν σιγά σιγά, κι εκείνος να επιμένει ξαναλέγοντας τις ίδιες παρατηρήσεις μέχρι και στην τελευταία ακόμα ομάδα.

Λίγα λεπτά διάλειμμα στο γραφειάκι του πριν φύγουμε. Έρχεται κι ένας καφές.

-Κάτσε λίγο μου λέει, Ξέρεις ότι δεν μου αρέσουν οι θεωρίες, η architecture parlante, αλλά βλέπεις... αν δεν εξηγήσεις πώς θα πείσεις; Πρέπει να είσαι ακριβής κι αυτό γίνεται μόνο με το σκίτσο.

-Δεν πειράζει, του λέω, ίσως έτσι είναι πιο ελεύθεροι οι φοιτητές να προχωρήσουν με ένα δικό τους τρόπο .

-Όχι, όχι μου λέει, δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα για να πάρουν τέτοιες πρωτοβουλίες. Τώρα πρέπει να μάθουν να σχεδιάζουν το «σωστό».

Δεν αντιμίλησα. Σκεφτόμουν πως ίσως είχε δίκιο. Αλλά ποιο άραγε είναι το σωστό;

Το ίδιο το παιχνίδι της αμφιβολίας προϋποθέτει βεβαιότητα.

Wittgenstein 2

Ο Θ. Βαλεντής απέφευγε να μιλήσει ευθέως για θέματα που δεν είχαν άμεση σχέση με το δοσμένο τυπικό πρόγραμμα και το σχεδιασμό που προέκυπτε από αυτό. Δεν υπογράμμιζε π.χ. τη φθορά του οικογενειακού θεσμού που διαφαίνονταν ήδη από τότε. Δεν επέμενε στην αλλαγή που είχε συντελεστεί με τις ομαδικές τουριστικές μετακινήσεις προς την Ελλάδα που διαβρώνανε συστηματικά το ήθος της τουριστικής ανάπτυξης που καλλιεργούσε εκείνη την εποχή με ιδιαίτερη επιμονή στον Ε.Ο.Τ. ο Άρης Κωσταντινίδης. Όταν δε κάποτε είχαμε θέμα ξενοδοχείου και του πρότεινα να καλέσουμε τον Κωσταντινίδη να μιλήσει στα παιδιά, μου ανέθεσε όλη την ευθύνη των συνεννοήσεων και την οργάνωση της διάλεξης και παρέστη απλά παρουσιάζοντας ευγενικά τον ομιλητή.

Παρ’ όλα αυτά ο τρόπος που οργάνωνε το πρόγραμμα της κατοικίας και η επίμονη προσπάθεια του στις διορθώσεις που έκανε στους φοιτητές για να εγκαταστήσει μια τάξη στις προτάσεις τους, αντικατόπτριζαν την εικόνα μιας κοινωνίας στην οποία ο μικροαστός ή ο εσωτερικός μετανάστης των χρόνων του ’60 έμοιαζε να επιδιώκει με σαφήνεια τυπικές διεκδικήσεις για ένα συμμαζεμένο και καλά οργανωμένο σπίτι για μια οικογένεια «τυπική» –φανταστική για την εποχή-, μια οικογένεια που άρχιζε και τελείωνε με τους γονείς και δύο παιδιά, με ένα χρόνο σταματημένο όπου οι καθημερινές εξελίξεις δεν επηρεάζουν την οργάνωση του χώρου, και όπου δεν διερευνάτε η προσαρμογή στην πιθανή αλλά απρόσμενη φθορά του χρόνου.

Ήταν απαιτητικός δάσκαλος ο Βαλεντής και αν καμιά φορά του έλεγα ότι ζορίζει πολύ τους φοιτητές, η απάντηση ήταν απότομη και ξεκομμένη:

«Εγώ δεν λυπάμαι τον εαυτό μου, γιατί πρέπει να λυπηθώ τους φοιτητές; Τους ζητώ απλά να δουλέψουν όπως δουλεύω κι εγώ».

Οι παρατηρήσεις του στους φοιτητές δεν ήταν απλώς τεκμηριωμένες κριτικά, αλλά συνιστούσαν μια διόρθωση που κατέληγε πάντα στο ΤΙ και στο ΠΩΣ πρέπει να επιλυθεί το συγκεκριμένο πρόβλημα.

«Δεν με πειράζει να αντιγράψουν τα παιδιά, απλά πρέπει να μάθουν ν’ αντιγράφουν την καλή αρχιτεκτονική και θα έρθει η ώρα που οι ικανοί θα μπορέσουν να αρθρώσουν το δικό τους λόγο».

Πόση αλήθεια αλλά και πόση σκληρότητα ταυτόχρονα κρύβει αυτή η φράση όταν αναφέρεται στο σύνολο μιας τάξης...

Για το λόγο αυτό προσπαθούσε να θωρακίσει τους φοιτητές με στοιχεία βιβλιογραφίας που τους παρείχε αντλώντας τα από περιοδικά τα οποία μοίραζε σε άθλια φωτοαντίγραφα εκείνης της εποχής προκειμένου να τους βοηθήσει να μάθουν την αξία της ενημέρωσης πριν πιάσουν το μολύβι.

Γιατί, όπως είπα και στην αρχή, ήξερε να εκτιμά την καλή Αρχιτεκτονική ανεξάρτητα αν ήταν συμβατή με τις δικές του αρχές. Κι αυτή η ανοιχτόμυαλη αντιμετώπισή αποκαλύπτονταν όταν τον καλούσα να κάνει την τελική κρίση στις τάξεις που είχα εγώ την ευθύνη. Ήταν τότε που ένιωθα πως υπόγεια συμφωνούσαμε, καθώς η τελική κριτική ήταν πάντα συμπληρωματική για όσα επιχειρούσα να συζητήσω και να πείσω τους φοιτητές.

Όχι μόνο συμφωνούσαμε απλά, αλλά τον θυμάμαι σε διπλωματικές εργασίες για τις οποίες μου παραχωρούσε πολλές φορές την απόλυτη ευθύνη, καθώς δεν τα προλάβαινε όλα, και για τις οποίες τον ενημέρωνα συστηματικά στις φάσεις των κρίσιμων αποφάσεων, τον θυμάμαι λοιπόν να δακρύζει από τη συγκίνηση όταν έβρισκε σ’ αυτές κάτι εξαιρετικό, όταν οι φοιτητές μας έπειθαν όλους τους κριτές, που ήταν πάντα καθηγητές, για τη συστηματικότητα, τη μέθοδο και την ανοιχτόμυαλη αντιμετώπιση.

Εκεί, σ΄ αυτές τις κρίσεις έβλεπε κανείς ότι επιβράβευε λύσεις που ήταν τελείως διάφορες με τις παγιωμένες απόψεις που επέμενε να διδάσκει στο β’ έτος, και αισθανόσουν ότι έβλεπε πέρα απ΄ αυτό που συνέπιπτε με τις «αρχές» του. Μπορούσε να εκτιμήσει την προσπάθεια των φοιτητών και εκνευρίζονταν όταν έβλεπε ότι την υπεράσπισή της πρότασής τους αναλάμβαναν οι υπεύθυνοι για αυτές καθηγητές. Πίστευε ότι ο δάσκαλος έπρεπε να παρεμβαίνει σ’ αυτές τις κρίσεις μόνο όταν οι παρατηρήσεις των κριτών στο φοιτητή αναφέρονταν σε κάτι που εκείνος είχε εισηγηθεί και υποστηρίξει. Κι αυτό το έκανε πράξη. Ανελάμβανε πάντα την ευθύνη της άποψής του χωρίς μισόλογα και ψευτοευγένειες. Αντιδράσεις που δεν τον έκαναν ιδιαίτερα συμπαθή, σε πολλούς συναδέλφους του καθώς δεν διαπραγματεύονταν.

Ασυνήθιστο ήθος για πολλούς πανεπιστημιακούς, ήθος που οι φοιτητές όμως εκτιμούσαν ιδιαίτερα.

4

Δεκαετία του ’60. Επιτροπή στο ΤΕΕ. Θέμα το διάταγμα για τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Φεύγαμε τελευταίοι εξουθενωμένοι από την τρίωρη συζήτηση. Στο ασανσέρ οι τρεις μας: εκείνος η Σουζάνα κι εγώ. Έξω κρύο κι αέρας

-Τώρα θα πάμε να σας κεράσω κάτι στον Απότσο (ήταν ακόμα τότε το μαγαζί στη Σταδίου), γιατί είμαι νηστικός από το πρωί. Ακολουθήσαμε αμφιβάλλοντας αν θα ήταν ανοικτά. Όμως προλάβαμε, καθίσαμε –ήταν ακόμα άλλα δυο ζευγάρια εκεί –και παρήγγειλε.

-Σε λίγο κλείνουμε ,προειδοποίησε το γκαρσόνι.

Απτόητος άρχισε να διηγείται προσωπικές ιστορίες. Πόσο αδιαφορούσε για το ντύσιμό του, σε τι δύσκολη θέση τον φέρνουν όταν τον καλούν σε επίσημα δείπνα, και μάλιστα τώρα το χειμώνα που πρέπει να έχεις και καλό παλτό. Και ποιος μπορεί σήμερα να ναυπηγήσει ένα παλτό ,μου λέτε;..

Τα γκαρσόνια μας κοίταζαν ενοχλημένα και τα δύο ζευγάρια σηκώθηκαν να φύγουν. Εκείνος κάλεσε το γκαρσόνι :

-Φτιάξε μας ακόμα ένα σαχανάκι παρακαλώ, και σαν άταχτο πειραχτήρι συνέχισε την ιστορία με λεπτομέρειες.

-Το παλτό μου , το βλέπετε σκέτος κετσές. Πως να πάω έτσι στη δεξίωση; Το παίρνει που λέτε η κυρία Ελένη, πιάνει μια συρματόβουρτσα και σου το κάνει σε λίγα λεπτά μ’ ένα πέλος. Να. Σα καινούργιο.

Έρχεται το σαχανάκι. Τα γκαρσόνια αγριεμένα αρχίζουν να βάζουν τις καρέκλες πάνω στα τραπέζια.

-Δεν φαντάζεστε πόσο μ’ αρέσει να με διώχνουν για να κλείσουν το μαγαζί, μας λέει την ώρα που βγαίναμε απ’ τη πόρτα, ακούγοντας πίσω μας την μουρμούρα των γκαρσονιών.

Μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι ήθελε παρέα. Ότι ήθελε κάποιον για να του πει ιστορίες που τις έλεγε με πολύ κέφι και ειρωνεία για τον εαυτό του πρώτα και για τους άλλους ύστερα.

Μιλούσε με απέραντο σεβασμό για τους δασκάλους του Μοντέρνου κινήματος. Ο Le Corbusier, o Mies van des Rohe, o Gropius, ο Breuer, αλλά και ο Πικιώνης. Κι έδινε στους φοιτητές σε εκείνα τα άθλια πολυγραφημένα χαρτιά, έργα τους για να τα μελετήσουν.

Μου έλεγε ιστορίες από τις επιτροπές που συμμετείχε, επιτροπές σε υπουργεία, σε υπηρεσίες, ή σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, όταν γύριζε από τις τελευταίες συνεδριάσεις ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα, ή όταν γύριζε σκασμένος γιατί δεν τα κατάφερε να προωθήσει τη λύση που πίστευε ότι θα ήταν η καλύτερη. Είχε ένα απίστευτο αίσθημα ευθύνης όταν μετείχε σ’ αυτές τις επιτροπές, που δεν τον άφηνε σε ησυχία, επιμένοντας μέχρι να ολοκληρώσει την αποστολή του και να φέρει το καλλίτερο κατά την γνώμη του αποτέλεσμα. Γι αυτό το λόγο είχε και την απέραντη εκτίμηση των συναδέλφων του που τον εξέλεξαν δύο φορές πρόεδρο του συλλόγου αρχιτεκτόνων.

5

1973. Λίγες μέρες μετά την εξέγερση στη Νομική. Τον καλούν στην Ασφάλεια, Μπουμπουλίνας. Μου ζητά να τον περιμένω να γυρίσει . Η ώρα περνάει. Ανυπομονώ. Επι τέλους ακούω τα βήματα του στο διάδρομο. Έρχεται και σωριάζεται στη πολυθρόνα του γραφείου του. Βαριανασαίνει.

Δεν του μιλώ...περιμένω. Γρήγορα συνέρχεται, ησυχάζει.

-Τι έγινε , τον ρωτώ.

Μου κάνει νόημα να μη μιλώ, ανοίγει τα συρτάρια ένα-ένα και μου δείχνει σαν κάτι να υπάρχει μέσα, ταυτόχρονα με το δάχτυλο, μου κάνει νόημα συνέχεια να μη μιλώ. Μου δείχνει το ταβάνι τα ντουλάπια, τον διπλανό τοίχο ... Τον κοιτάζω σιωπηλός. Μαζεύει τα πράγματά του και επιτέλους ανοίγει το στόμα του.

-Παμε, μου λέει.

Κι όταν πια βγήκαμε έξω και πριν να χωριστούμε μου είπε ότι τον είχε ανακρίνει ο Μπάμπαλης:

-Έχετε κάνει γιάφκα εκεί στο γραφείο σας κύριε καθηγητά, του είπε, Αυτό μας λένε οι συνάδελφοί σας και θα ήθελα να σας προειδοποιήσω... Να προσέχετε!!

-Αυτή είμαστε η πνευματική ηγεσία του τόπου, σχολίασε με αηδία.

Θα τελειώσω με κάτι ασυνήθιστο που ένοιωσα καθώς σημείωνα αυτά τα λίγα και ίσως παράξενα που ήθελα να σας πω σε μια τέτοια βραδιά. Κάτι που αναφέρει ο Goethe: «Όλα τα κοντινά μου απομακρύνονται» γράφει.

Είναι κάτι παρόμοιο που ένοιωσα κι εγώ γράφοντας για τον Θουκυδίδη Βαλεντή, πως όλο και περισσότερο αισθάνομαι ν΄ απομακρύνομαι απ’ αυτόν.

Σα να τον είχα γνωρίσει όταν ήμουν παιδί . Όχι σαν δικό μου δάσκαλο –είχα την τύχη να έχω άλλους- αλλά σαν Δάσκαλο με Δ κεφαλαίο. Με όλα τα χαρακτηριστικά που θα ήθελα να ανταποκρίνονται σ’ αυτόν το ρόλο.

Έντιμο, μειλίχιο. αποφασιστικό, επίμονο, που θα έχει το θάρρος της γνώμης του, και δεν θα διαπραγματεύεται την ψήφο του, με αίσθημα ευθύνης και αξιοκρατίας για όλα όσα συμβαίνουν στο Πανεπιστήμιο και γενικότερα στον τόπο μας, που θα τον απασχολεί το ουσιώδες και δεν θα καλύπτεται από τυπικότητες, και τέλος με πραγματικό και πρωταρχικό ενδιαφέρον πριν απ’ όλα για τους μαθητές του. Τους μαθητές του, που θα ήθελε να τους δει εκτός από καλούς αρχιτέκτονες και ενεργούς πολίτες.

Και σήμερα, σ’ αυτό το χώρο, σκέφτομαι πως έχει ξεπεράσει το φράγμα της απουσίας κι ότι παρίσταται ανάμεσα στα έργα του, ανάμεσά μας με την κοντόχοντρη αγαπητερή φιγούρα του, το κεφάλι του να γέρνει όπως συχνά συνήθιζε λίγο στ’ αριστερά και το καλοσυνάτο του χαμόγελο στο φωτεινό του πρόσωπο.

Έτσι μου μοιάζει σαν να κρύβεται πίσω από τις φωτογραφίες και τα έργα που χτίστηκαν κάτω από την δική του φροντίδα, αργά πριν χρόνια πολλά , με αγωνίες και ξενύχτια, ώρες σιωπής και αυτοσυγκέντρωσης . Κι όλα μαζί τα έργα του γύρω μας, μια γειτονιά, φτιαγμένη με σεβασμό κι αγάπη απ’ τους δικούς του μαθητές που αποδείξανε έτσι πως τον θυμούνται, όχι με λόγια, αλλά σαν γόνιμη ανάμνηση ζωντανή, μνήμη διαρκείας, κατώφλι εκκίνησης.

Τι άλλο θα μπορούσε να ικανοποιήσει περισσότερο έναν απλό κι αφοσιωμένο δάσκαλο;...

Ξεχάστηκα όμως και φλυάρησα...

Συμβαίνει ξέρετε αυτό όταν μιλάμε για τις παλιές αγάπες.

Ελπίζω να μου το συγχωρήσετε.

Σημειώσεις:

1. Paul Valery: Ο κύριος Τεστ, μετάφραση Τ. Πατρίκιος, ΟΛΚΟΣ \ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ, Αθήνα 1995 , σελ. 58

2. Wittgenstein: Στοχασμοί, Στιγμή, Αθηνα, 2007,σελ. 47